Serfare.com - Ερωτικές, Τρομακτικές, Οικογενειακές, Tifu, Aita Ιστορίες

Τρομακτικές Ιστορίες – Το σπίτι στην υγρή ζέστη του Ιούλη

Ήταν Ιούλιος, Παρασκευή απόγευμα, όπως όλες οι Παρασκευές μετά τη δουλειά, στο αυτοκίνητο γυρνούσα από το γραφείο. Ο δρόμος προς το σπίτι μου στον Κορυδαλλό έχει πάντα κίνηση αυτή την ώρα, οπότε δεν δίνεις σημασία στις λεπτομέρειες – σε τρώει η ανυπομονησία να βγάλεις το πουκάμισο και να ανοίξεις μπίρα, να κάτσεις στο μπαλκονακι να ακούσεις τις φωνές κάτω απ’τη γειτονιά. Εκείνο το απόγευμα, όμως, είχε απ’ τη ζέστη μια παράξενη υγρασία — έτριβα το παρμπρίζ από μέσα με το χέρι, θολωμένο σαν να ανέπνεε κάποιος δίπλα μου.

Κατέβηκα, μπήκα στην πολυκατοικία, τα σκαλιά βαριά απ’ τη μέρα, από πάνω ακουγόταν το πιάνο της διπλανής (η Ελβα – δασκάλα μουσικής). Περίεργα ήταν όμως τα βήματα στο διάδρομο: μικρά, γοργά, σαν να έτρεχε ένα παιδί – ενώ στην πολυκατοικία δεν έχει παιδιά, μόνο γέρους και σαραντάρηδες. Στάθηκα για λίγο και άκουσα, μήπως κάνω λάθος, αλλά τίποτα. Η πόρτα μου είχε σημάδια από χτυπήματα, ή τουλάχιστον εγώ τα είδα εκείνη την ώρα.

Άνοιξα, έβγαλα τα παπούτσια. Μια μυρωδιά από υγρασία — όχι μούχλα, αλλά μια υγρή ψύχρα που στέκει στον αέρα, περίεργη για καλοκαίρι. Ήπια λίγο νερό, ανοίγω το μπαλκονόφυλλο, κοιτάω το δρόμο: άδειος. Πριν τελειώσω το νερό, χτυπάει το κουδούνι. Σπάνιο, κανείς δεν έρχεται απροειδοποίητα.

Δεν περίμενα κανένα, αλλά πάω – κοιτάω από το ματάκι. Δε βλέπω κανέναν. Στα αυτιά μου ακούγεται ένα βουητό μακρινό, πιο πολύ αίσθηση παρά ήχος, σαν όλη η πολυκατοικία να κρατάει την αναπνοή της.

Ξανακάθομαι. Το κεφάλι μου βαρύ, μπορεί και απ’τον ήλιο, αλλά το σπίτι έχει ένα παράξενο φως, πιο μουντό, σαν συννεφιά μέσα. Πιάνω το βιβλίο μου, ρίχνω μια ματιά στη βεράντα. Βλέπω το γείτονα απέναντι, κοιτάει επίμονα κάτω, όχι εμένα — υπότονες φωνές ανεβαίνουν από κάτω, σαν να μιλάνε πολλοί μαζί, αλλά αθόρυβα, ψιθυριστά.

Πάω να φτιάξω καφέ. Βάζω το βραστήρα, ανοίγω τη βρύση. Το νερό στάζει κάτι σαν σκοτεινό, σα να κουβαλάει σκιά. Τινάζω το χέρι – “τι στον διάολο;” — μα όταν ανοιγοκλείνω τη βρύση, καθαρίζει, ή έτσι μοιάζει.

Επανέρχεται το κουδούνι, κολλητά αυτή τη φορά, πιο επίμονο. Ανοίγω χωρίς να κοιτάξω αυτή τη φορά, είμαι θυμωμένος. Αλλά κανείς, τίποτα. Κατεβαίνω το φως του διαδρόμου, νιώθω αέρα στη σκάλα χωρίς να φυσάει πουθενά. Μια μυρωδιά αλόη και βρεγμένο χώμα, αλλά τίποτα ορατό.

Ξαφνικά θυμάμαι – η μάνα μου έλεγε παλιά για σπίτια που κρατάνε μέσα ό,τι δε φαίνεται. Γελάω με τον εαυτό μου — “λες να…;” Χτυπάω ελαφριά το οριζόντιο περβάζι στο διάδρομο, για ξόρκι. Επιστρέφω σπίτι και προσέχω το παράθυρο του μπάνιου – ήταν κλειστό πριν. Τώρα ορθάνοιχτο. Φυσάει μέσα μια ψύχρα, χώρια από το υπόλοιπο σπίτι. Πλησιάζω. Στην επιφάνεια του καθρέφτη έχει θολούρα, σα να φύσηξε πάνω του κάποιος.

Με το νύχι, ζωγραφίζω στη θολούρα, να κάνω πλακίτσα. Καθώς το χέρι μου αγγίζει το τζάμι, νιώθω από τη μεριά του σαλονιού μια κίνηση — φοβάμαι, αλλά γυρνάω απότομα. Τίποτα ξανά. Μόνο μια καρέκλα μετατοπισμένη, ενώ εγώ δεν την είχα χτυπήσει. Η βελόνα του ρολογιού στη κουζίνα έχει σταματήσει ακριβώς στις 7 και 14. Δεν χτυπά. Κρατάω την αναπνοή μου – ακούω πάλι αυτά τα βήματα, μακρινά, σταθερά.

Βγαίνω στη βεράντα, κάθομαι. Χτυπάω τσιγάρο, προσπαθώ να ακούσω γειτονιές, να έρθει λίγη κανονικότητα. Τότε είναι που βλέπω απρόσμενα μια σκιά να περνάει στα κουρτινάκια της Ελβας απέναντι. Σαν να κάθεται κάποιος δίπλα της, αλλά βαρύς, ανύπαρκτος, όχι σαν άνθρωπος να κάθεται – περισσότερο σαν να στέκει πάνω της. Θέλω να της φωνάξω, αλλά κολλάω, νιώθω το στόμα μου στεγνό.

Το σκοτάδι πέφτει αργά αλλά σίγουρα, κάθε φως παίρνει παράξενη θολούρα, σαν οι λάμπες να τρέμουν. Ένα λεπτό υπάρχεις στο ζεστό σαλόνι σου, και την άλλη θέλεις να καλέσεις φίλο, να μη μείνεις ούτε λεπτό μόνος.

Δεν το αντέχω – βγαίνω έξω, κατεβαίνω κάτω, στήνομαι στο πεζοδρόμιο. Ο γείτονας απέναντι κοιτάζει πάντα προς τα κάτω, σαν παγιδευμένος. Του φωνάζω “όλα καλά;”, δε μιλάει. Βλέπω στο πεζοδρόμιο μπροστά απ’την είσοδο, νερά – απ’το πουθενά, τέτοια ώρα Ιούλιο μήνα. Ακούγεται ένα σύρσιμο από την πυλωτή, αργό, σαν άρβυλο σε τσιμέντο. Είμαι σίγουρος ότι είμαι μόνος — και όμως κάθε φύλλο από το δέντρο κουνιέται σαν κάποιος να το σπρώχνει αθέατος.

Θέλω να φύγω, πάω να μπω πάλι σπίτι, σκέφτομαι να φύγω, να πάω για μια μπύρα στο μπαρ. Αλλά κάτι με τραβάει να μείνω – δειλία, πείσμα, δεν ξέρω τι. Ανεβαίνω ξανά. Η πόρτα του σπιτιού μου — μισάνοιχτη, ενώ την είχα κλείσει πίσω μου. Η πόλη έξω έχει νεκρώσει για λίγο, ακόμα και τα αμάξια, τίποτα, μόνον το βουητό της άδειας πόλης.

Μπαίνω, σφίγγω τα κλειδιά στο χέρι, πλησιάζω το σαλόνι. Δεν μυρίζει τίποτα πια, ούτε υγρασία, μόνο αυτό το κενό που αφήνει το κρύο. Πηγαίνω στην κρεβατοκάμαρα, ανοίγω το φως — βλέπω στο πάτωμα, κοντά στο κρεβάτι μου, αποτυπώματα βρεγμένα, σκουρόχρωμα, σαν να μπήκε κάποιος μέσα με παπούτσια. Τα πατήματά του κοντά-κοντά μεταξύ τους, μικρά και γρήγορα. Σταματάνε στη γωνία, πλάι απ’ το κομοδίνο.

Σκύβω σιγά, παρατηρώ: τα ίχνη οδηγούν δίπλα από το κομοδίνο, εκεί που το πάτωμα κάνει ένα μικρό κενό, σχεδόν σαν να βυθίζεται. Για πρώτη φορά στη ζωή μου, νιώθω να με κοιτάζει κάτι χωρίς να το δω. Εκείνη τη στιγμή, ακούγεται πάλι το πιάνo της Ελβας απέναντι, αλλά μεταλλαγμένο, πολύ βαρύτερο και αργό — σαν να παίζει κάποιος ασυνάρτητα, χωρίς μελωδία. Κλείνω τα αυτιά μου, ακούω τη φωνή μου να λέει “Φτάνει”, αλλά ο ήχος δε σταματάει.

Τότε το ρολόι ξεκινά πάλι, μόνο που οι δείκτες γυρίζουν ανάποδα — πίσω, όλο πίσω. Κάτι μέσα μου λέει να φύγω, αλλά δε μπορώ να σηκώσω τα πόδια μου. Μένω εκεί, μπροστά στο κενό — αφουγκράζομαι τη βουή κάτω απ’ το πάτωμα, να βγαίνει σιγά-σιγά στην επιφάνεια, όλο πιο κοντά, πιο βαρειά, σα να μαζεύει όλο το σκοτάδι που υπάρχει στο σπίτι τα βράδια. Ένας ψίθυρος, αδύναμος, αλλά γνωστός – ακριβώς σαν τη φωνή μου.

Από τότε, δεν ξανακοίταξα ποτέ το ίδιο εκείνο το μέρος.

Αυτή την ιστορία μας την έστειλε η Δήμητρα.

You might also like