Serfare.com - Ερωτικές, Τρομακτικές, Οικογενειακές, Tifu, Aita Ιστορίες

Τρομακτικές Ιστορίες – Το πηγάδι στο παλιό σπίτι του χωριού

Δεν έχει σημασία ποια χρονιά ήταν, θυμάμαι όμως ότι ήταν Απρίλης, κοντά στο Πάσχα, που είχα πάει στο χωριό μόνος μου. Παράξενο, δε συνηθίζω να πηγαίνω μόνος — πάντα κάποιος συγγενής, ένας φίλος, πάντα κάποιος να γεμίζει το παλιό σπίτι με ζωή. Εκείνο το Πάσχα, όμως, ήθελα ησυχία, να μαζευτώ λιγάκι με τις σκέψεις μου και τα δικά μου. Το σπίτι στην άκρη του χωριού, πέτρινο και βαρύ, στέκεται χρόνια αναλλοίωτο· οι γείτονες λιγοστοί πια, η συνοικία απλωμένη σε χωράφια, πιο κοντά στο σκοτάδι παρά στο φως. Φτάνοντας, όλα ήταν όπως πάντα: πορτοκαλί φως δειλινού να χορεύει στα παλιά τζάμια, μυρωδιά από ξύλο και υγρασία στα πατώματα.

Έβαλα τα πράγματά μου μέσα, άναψα το θερμαντικό και κάθισα να ακούσω το σπίτι να ανασαίνει. Όποιος έχει μείνει ποτέ σε παλιό σπίτι ξέρει τι εννοώ — πώς οι ήχοι πληθαίνουν το βράδυ. Η κουζίνα είχε ακόμα το μάγμα από ελαιόλαδο και σαπούνι στο πλακάκι, το κρύο ήταν κολλημένο στις γωνιές, το ξύλινο τραπέζι είχε έναν λεκέ παλιό, σα λάδι που δε βγαίνει όσο κι αν τρίψεις. Έφαγα λίγο ψωμί με τυρί, άνοιξα ένα κρασί και έκανα να χαλαρώσω.

Τη νύχτα, πριν κοιμηθώ, έκανα το γύρο του σπιτιού να σιγουρευτώ πως όλα ήταν όπως πρέπει — πόρτες, παράθυρα, φως στο χολ. Στην πίσω αυλή οι ρόδες του παλιού φορτηγού ήταν πνιγμένες στα χόρτα, το πηγάδι αφύλαχτο όπως πάντα, με την καδένα του χαλασμένη. Πριν μπω, γεννήθηκε μια σκέψη: γιατί η ξύλινη καρέκλα δίπλα στο πηγάδι ήταν στραμμένη αλλιώς; Συνήθως την έβρισκα γυρισμένη προς το χωράφι, μα τώρα κοιτούσε προς την πίσω πόρτα. Δεν έδωσα σημασία.

Το βράδυ προσπάθησα να κοιμηθώ νωρίς, μα το στρώμα μύριζε χρόνια και υγρασία· κάθε που γυρνούσα, άκουγα το ξύλο από κάτω μου να αναστενάζει. Εκεί κάπου άρχισαν οι μικρές, περίεργες λεπτομέρειες: ο ήχος στην κουζίνα, σα ν’ ανοίγει μαλακά ένα ντουλάπι. Ύστερα κάτι αχνό, σαν ξύστρα να σέρνεται πάνω σε μάρμαρο. Πρέπει να ήταν μετά τις τρεις, όταν πετάχτηκα — βγήκα αθόρυβα ως εκεί, αλλά τα πάντα ήταν όπως τ’ άφησα.

Το επόμενο πρωί, το πρώτο που πρόσεξα ήταν τα νερά πάνω στο πάτωμα της κουζίνας. Μικρές, υγρές πατημασιές, ξεθωριασμένες, σαν παιδιού — ενώ ήμουν μόνος. Ακόμα προσπάθησα να το εξηγήσω: ίσως έσταζε κάτι απ’ το ταβάνι, αν και δεν έβλεπα υγρασία πάνω. Έσβησα τη σκέψη, πήρα την κανάτα κι έριξα νερό να καθαρίσω.

Την επόμενη νύχτα έβρεχε. Το νερό χτυπούσε στη στέγη, όπως στις ιστορίες. Ένα σημείο στ’ αριστερό παράθυρο έτριζε με τον άνεμο. Έξω, άκουγα πού και πού το σκυλί του διπλανού να γαβγίζει πνιχτά. Ήπια περισσότερο κρασί, να χαλαρώσω. Καθώς έπεφτα για ύπνο, ο αέρας έφερε ένα περίεργο άρωμα — βρύα και παλιό χώμα, κάτι γνωστό και απωθητικό. Τη στιγμή που έσμιγαν τα βλέφαρα για να κοιμηθώ, ένιωσα το στρώμα να βουλιάζει απαλά δίπλα μου, λες και κάποιος κάθισε στην άκρη. Άνοιξα τα μάτια, δεν υπήρχε τίποτα. Η καρδιά μου τσούλησε ψηλά στο στήθος. Για πρώτη φορά παγιδεύτηκα στη σκέψη ότι μπορεί να μην ήμουν μόνος.

Ξημέρωσε αργά, το σπίτι μύριζε ακόμα κάτι ξένο. Μία λεπτομέρεια με τρόμαξε περισσότερο: η καρέκλα στο πηγάδι τώρα ήταν στο κατώφλι, τόσο κοντά που σκάλωσα το πόδι μου βγαίνοντας. Όταν γύρισα το κεφάλι, νόμιζα ότι ακούστηκε ένα ψιθύρισμα, χαμηλό, σχεδόν να φεύγει με τον αέρα: “Μην αργήσεις…” Μπορεί να το φαντάστηκα — το είπα από μέσα μου, δε μπορεί.

Το βράδυ, έκανα να ξεχάσω το φόβο με μουσική. Έβαλα ραδιόφωνο να παίζει χαμηλά στο τραπέζι. Εκεί, κάτι διέκοπτε το σήμα — ήχοι που δεν ταίριαζαν: σαν πνιχτά λόγια, θρόισμα φύλλου, ένα βήμα μπροστά στη σιωπή. Έσφιξα τα χέρια, λογάριασα να μη βγω έξω το βράδυ. Αλλά η δίψα με τράβηξε. Βγήκα στην αυλή, πήρα νερό από το μπιτόνι, και στάσου… Είδα φευγαλέα μια φιγούρα, ακίνητη, μέσα από τους αρμούς του φράχτη· δεν ξεχώρισα ούτε φύλο ούτε ηλικία, μόνο ένα σχήμα όρθιο, απροσδιόριστο, πνιγμένο στη δροσούλα της νύχτας. Έκανα ότι δε βλέπω. Ξαναμπήκα μέσα.

Όλη νύχτα άκουγα βήματα, αρχικά αργά, ύστερα – σα κάποιος να πάει από δωμάτιο σε δωμάτιο. Όσο κι αν ήθελα να τα εξηγήσω, δε γινόταν. Μια φορά άκουσα ξυστό στο τζάμι — η βροχή είχε σταματήσει. Άνοιξα διστακτικά την κουρτίνα: τίποτα. Μέχρι που, λίγο πριν ξημερώσει, κάτι άρχισε να γρατζουνάει την πίσω πόρτα: επιμονή, με ρυθμό περίεργο, σχεδόν σαν… σα να μέτραγε.

Δε βγήκα. Περίμενα, μαζεμένος στο πάπλωμα, με το φως ανάμεσά στα δάχτυλα να τρεμοπαίζει, ενώ το σπίτι ανασαίνει τα σκοτεινά μυστικά του. Ο ήλιος αργούσε επίτηδες εκείνο το πρωί.

Το επόμενο μεσημέρι, είχα πάρει την απόφαση να φύγω νωρίς. Τη στιγμή που φόρτωνα τα πράγματα, με πλησίασε η κυρα-Ευτυχία, ηλικιωμένη γειτόνισσα που δε βγαίνει συχνά από το σπίτι της. “Μόνος είσαι εδώ;” με ρώτησε, στα μάτια της κάτι αδιόρατο, σαν να ανησυχούσε πολύ. “Μόνος, ναι,” της είπα. “Α… γιατί είδα μια σκιά χθες βράδυ που ακουμπούσε στο παράθυρό σου. Κι ήτανε πολύ ψηλή, παιδάκι μου. Ξένη.”

Δεν απάντησα. Πέταξα απλώς τα πράγματα στο πορτμπαγκάζ και έφυγα εκείνη τη στιγμή, χωρίς να κοιτάξω άλλη φορά πίσω — ούτε στο πηγάδι, ούτε στην καρέκλα.

Από τότε, δεν ξανακοίταξα ποτέ το ίδιο εκείνο το μέρος.

Αυτή την ιστορία μας την έστειλε η Μαργαρίτα.

You might also like