Η γνώση του διαδικτύου στα μάτια σου!

Τρομακτικές Ιστορίες Το Παράξενο Βράδυ στη Ροδακινιά


Τρομακτικές Ιστορίες: Το Παράξενο Βράδυ στη Ροδακινιά

Τρομακτικές Ιστορίες: Το Παράξενο Βράδυ στη Ροδακινιά

Υπάρχουν βραδιές που το σκοτάδι μοιάζει διαφορετικό. Ήθελα να πιστεύω ότι οι Τρομακτικές Ιστορίες δεν μου συμβαίνουν εμένα, πως όλα αυτά ήταν της φαντασίας ή του κινηματογράφου. Κι όμως, δεν θα ξεχάσω ποτέ εκείνη τη νύχτα, στη ροδακινιά της αυλής, όταν τα πάντα έδειξαν πως η καθημερινότητα μπορεί να γυρίσει ανάποδα μ’ ένα σχεδόν αθόρυβο κλικ.

Μια Ήρεμη Μέρα που Άλλαξε

Εκείνη την περίοδο έμενα μόνος στο πατρικό σπίτι στον κάμπο, πρόσφατα μετά τον θάνατο του πατέρα μου. Είχε ζέστη, απ’ αυτές που βασανίζουν κάθε επιφάνεια, και τα βράδια γυρνούσα πριν σκοτεινιάσει, για να μην τρώω σκνίπα απ’ τα κουνούπια. Το σπίτι ήσυχο, η αυλή γεμάτη ροδακινιές, όλα φαινομενικά κανονικά.

Δε ξέρω πώς και γιατί, αλλά εκείνο το βράδυ είχα επιμονή να βγω λίγο αργότερα, να ποτίσω τα δέντρα. Κάτι με δυσκόλευε να καθίσω ήσυχος – ήταν ένας εκνευρισμός που δεν μπορούσα να εξηγήσω. Το φως της βεράντας τρεμόπαιζε, μα αυτά συμβαίνουν με τις παλιές λάμπες, σκέφτηκα. Έβαλα τα γαλότσά μου, πήρα το μπλουζάκι του πατέρα απ’ το σπάγκο. Έξω, η νύχτα δεν θύμιζε άλλες φορές. Είχε μια περίεργη σιγή, ένα κράτημα της ανάσας.

Σημάδια που Δε Ζητούν Εξήγηση

Το νερό χτύπαγε το χώμα, μύριζε η φρέσκια λάσπη. Όμως κάποια φυλλα ξαφνικά θρόιζαν πολύ, σαν να έτρεμε το δέντρο ολόκληρο. Στάθηκα να κοιτάξω. Τίποτα δε φαινόταν. Η αυλή, σκοτεινή και άδεια. Μόνο στη μεγάλη ροδακινιά κοντά στη μάντρα φάνηκε σκιερό κάτι, ένα βάρος στα κλαδιά, που στην αρχή το πέρασα για τσαμπί από κακοκοιταγμένα ροδάκινα.

Γύρισα να μαζέψω το λάστιχο και τυχαία άκουσα τον ήχο: ένα πολύ αχνό, σχεδόν κρατημένο γέλιο, σπασμένο στη μέση – σαν κάποιος να προσπαθούσε να μην ακουστεί. Έσφιξε το στομάχι μου. Δεν φώναξα – μονάχα κοίταξα προς τα πάνω, κι ο αέρας μου φάνηκε βαρύς. Δεν υπήρχε τίποτα. Η λάμπα άρχισε να σπινθηρίζει έντονα πάνω στην πόρτα.

Η Ένταση Χτίζεται στη Σιωπή της Αυλής

Δεν ήθελα να δείξω στον εαυτό μου ότι φοβάμαι. Μπήκα στην κουζίνα, να πιω νερό, όμως το ποτήρι μου μύριζε χώμα – λες και το είχαν γεμίσει από το χαντάκι. Έβαλα άλλο, κάθησα στην καρέκλα να ακούσω ραδιόφωνο. Τίποτα, παράσιτα, λες και μια παρουσία ενοχλούσε τη συχνότητα. Έμεινα ακίνητος με τα φώτα αναμμένα ώσπου να φεύγει η νύχτα. Μα η νύχτα δεν έφευγε.

Κάπου στις τρεις, η λάμπα της βεράντας έσβησε. Η αυλή πια ήταν κατάμαυρη. Το μόνο που άκουγα ήταν μια υγρή ανάσα, σαν ήχος παρατεταμένου θροΐσματος, και πότε–πότε εκείνο το γέλιο, μακρινό πια, ή πονηρό. Σηκώθηκα μηχανικά, με την αίσθηση πως κάτι περπατάει κατά μήκος της μάντρας, εκεί όπου το σκοτάδι είναι πιο πηχτό. Πλησίασα στο παράθυρο και είδα: ένα απαλό μαύρο περίγραμμα κάτω από τη ροδακινιά, κάτι σαν σκια που άλλαζε θέση κάθε φορά που πετάριζα τα βλέφαρα.

Όσο Πιο Πολύ Κοιτάς, Τόσο Λιγότερο Καταλαβαίνεις

Ήθελα να πείσω τον εαυτό μου πως κοιμάμαι. Πως όλα ήταν αποτέλεσμα κούρασης. Ήταν όμως το αντίθετο – δεν ήμουν πιο ξύπνιος στη ζωή μου. Της μιλούσα, αυτής της σκιάς, ας πούμε ψιθυριστά “Φύγε”, μα βαθιά ήξερα πως ό,τι και να κάνω, δεν θα φύγει. Άφησα το ραδιόφωνο να παίζει για συντροφιά, ώσπου άρχισε να βγάζει ακατανόητους θορύβους. Κάθε λεπτό που περνούσε, η αίσθηση πως κάποιος παρακολουθεί, μεγάλωνε. Το γέλιο ακούστηκε ξανά, κοντύτερα – όπως όταν κάποιος από γνωστός γίνεται ξαφνικά απειλή.

Το επόμενο που θυμάμαι είναι πως ξημέρωσε· κι εγώ δεν θυμόμουν να έχω αποκοιμηθεί. Η λάμπα της βεράντας κρεμασμένη, σκοινί κομμένο σαν από νύχι. Και κάτω απ’ τη ροδακινιά, εκείνο το μπλουζάκι – του πατέρα – καταξεσκισμένο στα δυο.

Τρομακτικές Ιστορίες και Μνήμες που Δεν Ξεφτίζουν

Έκτοτε δεν άγγιξα ξανά το μπλουζάκι, ούτε πλησίασα τη ροδακινιά. Αλλά τις νύχτες που ησυχάζει το σπίτι και πέφτει εκείνη η παράξενη σιγή, νομίζω ξανακούω εκείνο το γέλιο – ξυπόλητο, υγρό, σαν υπόσχεση για επιστροφή. Οι Τρομακτικές Ιστορίες δεν κατοικούν πια μόνο στις αφηγήσεις των άλλων. Γίνονται δικές σου, χώνονται στο πετσί σου, και μετά δεν σε αφήνουν ήσυχο όταν νυχτώνει για τα καλά.

Από τότε, δεν ξανακοίταξα ποτέ το ίδιο εκείνο το μέρος.

Αυτή την ιστορία μας την έστειλε ο Θανάσης.

You might also like