Τρομακτικές Ιστορίες – Το παλιό σπίτι της γιαγιάς στα Πατήσια
Δεν μπορώ να πω με βεβαιότητα τι ήταν αυτό που είδα. Και το λέω έτσι, γιατί ακόμα και τώρα, τόσα χρόνια μετά, το μυαλό μου παίζει παιχνίδια — ή, τέλος πάντων, έτσι προσπαθώ να με πείσω. Θα ξεκινήσω από την αρχή, ήσυχα, όπως ξεκίνησε και η δική μου μέρα εκείνο το βράδυ.
Ήταν μια συνηθισμένη Τρίτη, φθινόπωρο, ξέρεις, απ’ αυτές με το πρώιμο κρύο, που στα διαμερίσματα της Αθήνας αναγκάζεσαι να τυλιχτείς με ζακέτα, αλλά δεν το παραδέχεσαι ακόμα γιατί… ντάξει, «δεν μπήκε ο χειμώνας». Είχα φύγει νωρίς απ’ τη δουλειά, νέος ακόμα, μια δουλειά βαρετή, γραφείου, σε ασφαλιστική. Αν με ρωτήσεις τι με έκανε εκείνη τη μέρα να τραβήξω προς το παλιό σπίτι της γιαγιάς, δεν έχω απάντηση. Ίσως μια νοσταλγία για τις λαχταριστές μυρωδιές απ’ την κουζίνα της, ίσως το μούδιασμα της ρουτίνας μου, δεν ξέρω.
Το σπίτι εκείνο ήταν σε μια γειτονιά των Πατησίων, λίγο πιο κάτω απ’ την πλατεία. Είχε χρόνια κλειστό, σφραγισμένο σχεδόν. Στην είσοδό του, ένα μικρό χαγιάτι με μωσαϊκό λίγο σκουριασμένο, γλάστρες με ξερά χώματα, και η παλιά επιγραφή της πολυκατοικίας, μισοσβησμένη. Κάποτε περνούσα να ποτίσω τα λουλούδια ή να βγάλω τα σκουπίδια που μάζευε ο κήπος, αλλά τώρα ούτε αυτά δεν έκανα πια…
Όπως μπήκα, με χτύπησε αμέσως αυτή η ψύχρα που έχουν τα σπίτια που κάθονται έρημα, ξέρεις τι εννοώ — μια ακινησία στον αέρα, σαν να περιμένει κι αυτό να δει αν είσαι καλεσμένος ή εισβολέας. Μύριζε λιγάκι υγρασία, ξεραμένα ρούχα στις ντουλάπες, κι αυτό το παράξενο άρωμα της γιαγιάς που, λες και είχε ποτίσει τους τοίχους. Άφησα τα κλειδιά μου πάνω στην παλιά κονσόλα, εκεί όπου θυμάμαι εκείνη πάντα τους άφηνε, και προχώρησα προς το σαλόνι.
Εδώ αρχίζουν οι λεπτομέρειες που —μόνο όταν τις βάζω ξανά στη σειρά σήμερα— καταλαβαίνω πόσο παράξενες ήταν. Γιατί, ενώ το φως στον διάδρομο τρεμόπαιξε για λίγο —κάτι συνηθισμένο, υποτίθεται— και έσβησε εντελώς μόλις άγγιξα τον διακόπτη, η λάμπα στο σαλόνι έκαιγε σαν καινούργια, παρά τα χρόνια. Θυμάμαι να σκύβω μπροστά, να την κοιτάω στο καπέλο, που είχε κάτι θαμπά σημάδια, λεπτές γραμμές, σαν κάποιος να είχε ακουμπήσει βρώμικα δάχτυλα εκεί. Και το περίεργο ήταν ότι, ενώ δεν είχε περάσει κανείς —κι εγώ είχα να μπω πάνω από χρόνο— τα σημάδια ήταν κάπως… νωπά.
Απέφυγα να τα προσέξω πολύ. Πήγα προς την κουζίνα, έβγαλα ένα τσάι, όπως συνήθιζα παλιά, κι άνοιξα το παράθυρο να πάρει αέρα. Ακούστηκε ένα βαθύ τρίξιμο —λες και άπλωσε ένα χάιδεμα μέχρι τη σπονδυλική μου στήλη— και δεν κατάλαβα αν ήταν απ’ το παράθυρο που ξεκολλούσε απ’ το πλαίσιο ή από κάπου βαθύτερα μέσα στο σπίτι.
Την ώρα που στεκόμουν εκεί με το τσάι, άκουσα κάτι —ένα ελαφρύ τακ-τακ, ρυθμικό, σαν βήματα ή σαν κάτι να έπεφτε ξανά και ξανά, από ψηλά. Το άκουσα δεύτερη και τρίτη φορά και συνειδητοποίησα ότι ερχόταν απ’ το πατάρι. Δεν μου ήταν εντελώς άγνωστος ο ήχος — κάποτε πέφτανε πράγματα εκεί απ’ τα ποντίκια που έτρεχαν. Αλλά τώρα… ήταν διαφορετικός ο ρυθμός, πιο επίμονος, και τα τοιχώματα τρίζανε σαν να σιγοψιθύριζαν.
Ανέβηκα τη σκάλα διστακτικά, το φλιτζάνι στο χέρι ακόμα, σχεδόν αστεία κίνηση αν το σκεφτείς. Η πόρτα του παταριού ήταν ανοιχτή. Είδα κάτι να γυαλίζει με το φως από το διάδρομο — μια παλιά μεταλλική τσαγιέρα. Εκεί δεν την είχα βάλει ποτέ… κι όμως, καθόταν εκεί, σαν να είχε τοποθετηθεί προσεκτικά, και δίπλα της ένα άδειο, ξεχασμένο γυάλινο βαζάκι με μέλι. Τότε μ’ έπιασε ένα ρίγος· πίσω απ’ τα δοκάρια έμοιαζε σαν κάποιος να κινήθηκε — μια σκιά μόνο, τίποτα φανερό, αλλά ήταν εκεί, αόριστη στο πλάι του ματιού.
Κοίταξα γύρω μου — κανείς. Χωρίς λογική, έκλεισα την πόρτα του παταριού πίσω μου και κατέβηκα γρήγορα, σχεδόν τρέχοντας. Εκεί άρχισαν οι λεπτομέρειες να πολλαπλασιάζονται: Το ρολόι στον τοίχο στο σαλόνι σταμάτησε ξαφνικά, η παλιά τηλεόραση έβγαλε έναν ήχο στατικό, χωρίς να είναι καν στην πρίζα. Και, το κυριότερο, άκουσα βήματα —χιλιάδες φορές αδύναμα— πάνω στο μωσαϊκό του διαδρόμου, σαν κάποιος να περπατούσε ξυπόλυτος. Έμεινα ακίνητος, κρύος ιδρώτας με τύλιξε. Είχα την αίσθηση, πιο πολύ κι από ήχο, ότι κάποιος στεκόταν ακριβώς πίσω μου.
Δεν γύρισα ποτέ να κοιτάξω. Αν το έκανα, πάντα φοβόμουν πως το πρόσωπο που θα έβλεπα δεν θα ήταν ξένο —ότι θα ήξερα εκείνα τα χαρακτηριστικά, ότι θα ήταν ένα γνώριμο βλέμμα, κενό. Το μόνο που έκανα ήταν να μαζέψω τα πράγματά μου στα τυφλά, να κατέβω τις σκάλες και να κλείσω την πόρτα με τρεμάμενα χέρια. Από κάτω, στο χαγιάτι, η ψύχρα ήταν πιο έντονη από ποτέ. Δεν ξαναμπήκα στο σπίτι της γιαγιάς εκείνο το βράδυ, ούτε καν όταν ήρθε ο καιρός να το πουλήσουμε.
Από τότε, δεν ξανακοίταξα ποτέ το ίδιο εκείνο το μέρος.
Αυτή την ιστορία μας την έστειλε η Μαίρη.
