Τρομακτικές Ιστορίες – Το κουτί στο πατάρι της πολυκατοικίας
Δεν ξέρω αν θα έλεγα ότι ήταν ασυνήθιστη η μέρα εκείνη∙ απ’ το πρωί όλα κύλησαν σαν να ήταν ένα από τα ίδια. Η αλήθεια είναι ότι η ρουτίνα, όσο βαρετή κι αν τη βρίσκει κανείς, σε κάνει να νιώθεις κάπως ασφαλής. Ή, έτσι νόμιζα. Είχα ξυπνήσει αργά – ήταν Κυριακή – και ο ήλιος που έμπαινε απ’ τα παντζούρια ήταν χλιαρός, μουντός. Ετοίμασα καφέ, έβαλα ένα παλιό πουλόβερ γιατί μου φάνηκαν ξαφνικά παγωμένα τα πλακάκια στην κουζίνα, κι ας ήταν ήδη τέλη Μαΐου.
Συνήθισα να κάθομαι στο τραπέζι της κουζίνας, με θέα στον πίσω ακάλυπτο, να ακούω τις φωνές από τα διπλανά διαμερίσματα: ένα ραδιόφωνο κάπου αριστερά, βήματα και κλείσιμο σκουριασμένων παντζουριών απ’ το απέναντι διαμέρισμα. Αυτό που ήταν λίγο περίεργο – και το σημείωσα, τότε μηχανικά – ήταν η σχεδόν απόλυτη σιγή κατά διαστήματα. Καμία κατσαρόλα, κανένα νερό να τρέχει, τίποτα. Λες και, για λίγα δευτερόλεπτα κάθε πέντε-δέκα λεπτά, όλη η πολυκατοικία κρατούσε την ανάσα της.
Ο αδερφός μου είχε φύγει για το χωριό μας απ’ την Παρασκευή, οπότε το διαμέρισμα ήταν όλο δικό μου. Και, κάπως έτσι, πήρα την απόφαση που αναβαλλόταν μήνες: θα ανέβαινα στο πατάρι να βρω εκείνο το κουτί με τα παλιά τετράδια. Όσο καιρό συγκατοικούσαμε, το απωθούσα, για να μη φανώ γραφικός. Όμως τώρα – αγνάντια στη σιωπή της Κυριακής – είχα μόνο τον εαυτό μου να πείσω ή να κοροϊδέψω.
Το πατάρι είναι ένα από εκείνα τα στενά, μακρόστενα ντουλάπια πάνω απ’ το χωλ. Δύσκολο να φτάσεις – χρειαζόμουν πάντα την παλιά σκαλίτσα της γιαγιάς, που τρίζει στη δεύτερη σκάλα – κι ακόμα πιο δύσκολο να προχωρήσεις μέσα∙ εκεί, ο αέρας γίνεται βαρύς μόλις βάλεις το κεφάλι σου πίσω απ’ τα τζάμια της πόρτας του. Πήρα μαζί ένα φακό, μην τυχόν και κοπεί το φως, γιατί η λάμπα που ήταν εκεί μέσα έσβηνε μόνη της πότε-πότε, πριν καν γίνει καλοκαίρι.
Όταν άνοιξα το πατάρι, ένιωσα μια κρύα πνοή να με αγγίζει στο ζυγωματικό∙ δεν έχω ιδέα πώς, αλλά μύρισε αέρας μούχλας και μαραμένο ύφασμα, αν και από καιρό-στο-καιρό σφουγγάριζα το σπίτι. Τώρα, όμως, κάτι άλλο ήταν εκεί: ένα αδιόρατο βουητό, σαν βαρύσυρτη αναπνοή πίσω απ’ τα αυτιά μου, που όσο περισσότερο επικεντρωνόμουν, τόσο πιο αχνό γινόταν.
Έβαλα το φακό στο στόμα, με τα δόντια, και σύρθηκα προσεκτικά στο βάθος του παταριού. Η σκόνη δάγκωνε τη μύτη και το φωτισμένο δάχτυλο του φακού έδειξε διπλωμένες κουβέρτες και ξεχασμένα παπούτσια. Πιο πίσω, πίσω ακριβώς από τις κούτες των παλιών βιβλίων, ήταν ένα ξύλινο κουτί, που δεν θυμόμουν να έχουμε βάλει ποτέ εκεί. Χαμηλό, με ένα σκούρο γυαλιστερό φινίρισμα και σκουριασμένα μπιχλιμπίδια, δύσκολο στη μεταφορά.
Πριν το αγγίξω, ένα τινάγμα από το ταβάνι το έκανε να κουδουνίσει, σχεδόν να κυλήσει ελάχιστα προς το μέρος μου. Ψυχή να μην έχεις, κάτι σε σκουντάει έτσι, θα παγώσεις. Έμεινα εκεί ξαπλωμένος, με το μισό μου σώμα μέσα στη σκοτεινιά και το άλλο μισό να παγώνει από ένστικτο στο απέξω.
Άρπαξα το κουτί και βγήκα – δεν ήξερα αν θα το άνοιγα, το κρατούσα όπως είναι, μη σκοντάψω στη σκάλα. Το κατέβασα στην κουζίνα, ύφασμα και σκόνη μαζί. Το άφησα πάνω στο τραπέζι και πήγα να φέρω χαρτοπετσέτες να σκουπίσω τη μύτη μου – είχα ήδη αρχίσει να φταρνίζομαι, μ’ έναν ήχο που αντήχησε παράξενα δυνατό στο άδειο διαμέρισμα.
Έπειτα, για πολλά λεπτά, στάθηκα απέναντί του, παρατηρώντας το. Στο ξύλο του είχαν χαραχτεί, προφανώς με μαχαίρι, τρία γράμματα που έμοιαζαν με τα αρχικά του πατέρα μου. Κι όμως, δεν θυμόμουν να είχε ποτέ κάτι τέτοιο δικό του. Όταν τελικά αποφάσισα να το ανοίξω, τα δάχτυλά μου έτρεμαν. Ξεκλείδωσα το παλιό κούμπωμα∙ μέσα είχε μόνο δυο αντικείμενα: μια φωτογραφία με ξεβαμμένα πρόσωπα – μια παρέα ανθρώπων, άγνωστοι, κάπως θολοί, με ρούχα από άλλη εποχή – και ένα μικρό, σκληρό μάλλινο γάντι παιδιού. Το γάντι ήταν λεκιασμένο από υγρασία, παγωμένο στην αφή.
Έκανα να πιάσω τη φωτογραφία, αλλά μόλις άγγιξα τη γωνία της, ο ήχος επέστρεψε∙ εκείνο το βουητό, μόνο τώρα ήταν πιο έντονο, πιο κοντά, σχεδόν ανασαίναμε μαζί. Κοίταξα προς το χωλ. Η πόρτα του παταριού είχε μείνει μισάνοιχτη – και πίσω της, για μια στιγμή, νόμισα πως αντίκρισα σκιά, σα να πετάχτηκε κάτι πίσω απ’ τα αποθηκευμένα κουτιά.
Έμεινα ακίνητος για αρκετή ώρα, με το βλέμμα καρφωμένο σ’ εκείνη τη χαραμάδα. Ο ήλιος είχε πλέον χαθεί∙ το διαμέρισμα σκιάστηκε από μια περίεργη θαμπάδα. Κινήθηκα προς το χωλ δειλά, χωρίς να παίρνω το βλέμμα μου από το πατάρι. Με κάθε βήμα, η σιγή της Κυριακής που στην αρχή με είχε καθησυχάσει, έγινε πολύ βαριά, σχεδόν πνιγηρή.
Τα γράμματα πάνω στο κουτί – Γ.Α.Ν. – όσο τα κοιτούσα, τόσο έχαναν το σχήμα τους. Πίσω από μένα, εκείνος ο ήχος, ένα παρατεταμένο συρτό βήμα ή κάτι σαν τα τακ-τακ που κάνει το δάχτυλο όταν το χτυπάς νευρικά στο τραπέζι. Το σπίτι τώρα φαινόταν διαφορετικό – οι σκιές τεντώνονταν προς τα πόδια μου, σα να με ήθελαν στο βάθος.
Τράβηξα το βλέμμα, κι εκείνη τη στιγμή άκουσα – καθαρά αυτή τη φορά – έναν ψίθυρο, όχι δυνατό, σχεδόν μέσα στ’ αυτί μου, πληκτικό, παγωμένο: «Έλα πίσω». Το φως του φακού είχε σχεδόν σβήσει και το πατάρι τώρα έμοιαζε σαν άνοιγμα σε σπήλαιο, πιο φαρδύ, πιο μακρύ απ’ όσο το θυμόμουν. Σκίρτησα. Κάτι μυρμήγκιασε στη ραχοκοκαλιά μου.
Άφησα τα πράγματα πάνω στο τραπέζι και γύρισα την πλάτη γρήγορα. Ένιωσα μια παράξενη ανάσα πίσω μου, κάτι σαν ρεύμα αέρα – μα το παράθυρο ήταν σφαλισμένο. Πέρασα την υπόλοιπη μέρα να κινούμαι στα βήματα, να εξαντλώμαι σε μικροδουλειές, αποφεύγοντας το χωλ, την κουζίνα, το πατάρι. Εκείνο το βράδυ κοιμήθηκα με όλα τα φώτα αναμμένα, τον φακό σφιγμένο στη χούφτα, τα αυτιά τεντωμένα στη σιωπή.
Κι από τότε, δεν ξανακοίταξα ποτέ το ίδιο εκείνο το μέρος.
Αυτή την ιστορία μας την έστειλε η Ελένη.
