Τρομακτικές Ιστορίες – Το καμαράκι στην αυλή
Δεν θα το έλεγα αν δεν το είχα ζήσει. Εκείνες τις μέρες, ήμουν μονίμως κουρασμένος. Ίσως έφταιγε ότι δούλευα από το σπίτι, ρουτίνα, οχτώ με πέντε μπροστά στον υπολογιστή. Ξυπνούσα, έβαζα καφέ, κοιτούσα από το παράθυρο τον άδειο δρόμο και πάλευα με τα μέιλ. Κάποια μεσημέρια, για ξεμούδιασμα, κατέβαινα βόλτα στη μικρή αυλή που είχα πίσω απ’ το ισόγειο διαμέρισμα∙ τσιμέντο κυρίως, με μερικές γλάστρες που ποτέ δεν θυμόμουν να ποτίσω.
Αυτό που δεν μου άρεσε ήταν το παλιό καμαράκι στο βάθος της αυλής. Παλιά αποθήκη, λιθοχτιστή, με μια μισοσάπια πόρτα και παράθυρο που ’χε, χμ, ποτέ δεν το είδα ανοιχτό. Θυμάμαι, όταν είχα νοικιάσει το σπίτι, ο ιδιοκτήτης μού είχε πει να μην το χρησιμοποιώ, ότι είχε κάτι παλιά εργαλεία, πράγματα — «δεν είναι για σένα, ούτε για κάποιον», είχε γελάσει, αλλά χωρίς μάτια να γελάνε.
Δεν με ενδιέφερε τότε. Άλλωστε, είχα άλλες σκοτούρες.
Τρίτη πρέπει να ήταν, ή Τετάρτη. Φτιάχνω τον καφέ μου, χύνω λίγο στο μάρμαρο. Το φλιτζάνι μου κάνει έναν τζούφιο ήχο πάνω στο τραπέζι. Δεν έχει σημασία, νομίζω τώρα, αλλά τότε κάτι με ενόχλησε σ’ αυτόν τον ήχο. Τέλος πάντων. Κοιτάζω το ρολόι: 9:47. Κάθομαι στον υπολογιστή, τα email έρχονται το ένα μετά το άλλο, μα έχω μια αόριστη αίσθηση πως κάτι είναι αλλιώς σήμερα.
Γύρω στις δώδεκα, ακούω ένα πλατάγισμα. Ένα κάτι, λες κι έπεσε ξύλο πάνω σε πέτρα. Κάνω να μην το σκέφτομαι – κάποιος γείτονας θα είναι. Μέχρι που το ακούω άλλη μια φορά. Κλείνω το λάπτοπ, βγαίνω στην αυλή∙ τίποτα παράξενο, μέχρι που κοιτάζω το καμαράκι.
Η πόρτα του, που πάντα ήταν μισόκλειστη, τώρα είναι ορθάνοιχτη. Μέσα, σκοτάδι, δεν φαίνεται τίποτα. Σκέφτομαι στιγμιαία να φωνάξω τον ιδιοκτήτη, αλλά νιώθω και λίγο χαζός. Είναι μέρα μεσημέρι, άλλωστε.
Πλησιάζω. Στα μισά του τσιμέντου, με σταματάει αυτό — μια μυρωδιά. Μουχλιασμένο ύφασμα, κάτι σαν βρεγμένη στάχτη. Σκέφτομαι να γυρίσω πίσω, αλλά ακούω ξανά τον ίδιο ήχο. Πολύ πιο κοντά τώρα. Όπως γυρίζω το κεφάλι μου, το βλέπω: στο δάπεδο της αποθήκης, μισό κρυμμένο από τη σκιά, είναι ένα παλιό, βρώμικο πανί. Ξέρω ότι το πανί δεν ήταν εκεί πριν.
Σταματάω, κάτι μέσα μου λέει «φύγε». Κι όμως, πλησιάζω άλλον ένα βήμα – μυρίζει χειρότερα. Τότε ακούω κάτι άλλο, ένα γλίστρημα, σαν κάτι να τραβιέται αργά πάνω στο μπετόν. Ήχος που δεν κολλάει με τίποτα απ’ όσα ξέρω.
Κοίταξα δεξιά μου, κατά το μικρό παράθυρο της αποθήκης. Για μια στιγμή είμαι σίγουρος ότι είδα ένα πρόσωπο — όχι ακριβώς, μάλλον σκιές, δύο σκιές, κολλημένες στο βρώμικο τζάμι, εκεί που δεν υπάρχει τίποτα να καθρεφτίζεται. Τινάζομαι πίσω. Όλα γίνονται ήσυχα. Όλα, εκτός από αυτή τη μυρωδιά που δεν λέει να φύγει από τα ρουθούνια μου.
Ξαφνικά, από το σκοτάδι ακούγεται ένας βαρύς αναστεναγμός. Τόσο βαρύς, ούτε ανθρώπου ούτε ζώου, περισσότερο ένας αέρας που πάσχιζε να βγει από κάτι βουλωμένο. Κατεβάζω το βλέμμα. Το πανί — κινείται.
Τραβιέται προς τα πίσω, αργά, σα να το ρουφάει κάτι από το σκοτάδι του δωματίου. Κοντοστέκομαι, καρφωμένος εκεί, και το βλέπω να χάνεται στη γωνία, σε μια σκιερή τρύπα που δεν είχα ξαναδεί — ανάμεσα σε δυο πέτρες χαμηλά στον τοίχο. Σαν να έχει βυθιστεί η γη και να άνοιξε ένα ράγισμα αρκετό για να καταπιεί ό,τι θέλει.
Το πρώτο μου ένστικτο είναι να φύγω. Το δεύτερο, να καλέσω κάποιον. Ησυχία μέχρι που παρατηρώ πως μέσα στην αποθήκη, εκεί που υπήρχε ένα παλιό ράφι — τώρα φαίνεται σα να τρέχει κάτι λεπτό, σαν ίχνος από παλιό νερό, προς τη τρύπα. Χωρίς λόγο, σκέφτομαι μια φράση που είχα ακούσει μικρός: «Ό,τι δεν ανήκει στο φως, βρίσκει τη ρωγμή του.»
Δεν μπήκα ποτέ μέσα. Έτρεξα πίσω στην κουζίνα και έκλεισα την πόρτα. Έβαλα ένα ακόμη καφέ — τα χέρια μου τρέμανε τόσο που έριξα το νερό κάτω. Το επόμενο βράδυ δεν κοιμήθηκα, έβλεπα σκιές να σαλεύουν κάθε φορά που περνούσε αμάξι και έριχνε φως απ’ το δρόμο στην αυλή.
Την επόμενη μέρα, η αποθήκη ήταν όπως πάντα, μισόκλειστη, σαν να μην είχε ανοίξει ποτέ. Για μέρες, έβρισκα μικρές, νοτισμένες στάμπες στο τσιμέντο, πάντα ίδιας μορφής — σαν πανί τσαλακωμένο.
Η αποθήκη ακόμα είναι εκεί. Περνάω, ένα βήμα πιο γρήγορα, κάθε φορά που ποτίζω τις γλάστρες. Δεν μίλησα σε κανέναν γι’ αυτό, γιατί μπορεί και να νόμιζα πως το φαντάστηκα, αν δεν υπήρχε κάθε τόσο εκείνο το βαρύ, υγρό, αργό αναστεναχτό που αρχίζω να ακούω μόλις πέσει το σκοτάδι και στέκομαι μόνος, κοιτώντας το παράθυρο εκείνο.
Και ακόμα, όταν πέφτει ησυχία, το ακούω.
Αυτή την ιστορία μας την έστειλε ο Λουκάς.
