Η γνώση του διαδικτύου στα μάτια σου!

Τρομακτικές Ιστορίες – Το διαμέρισμα 101 και το μισοσκισμένο χαρτί

Ήταν ένα απόγευμα χαλαρό, τέλη του Οκτώβρη, όταν συνέβη εκείνο το πράγμα που δε μ’ αφήνει να ησυχάσω τα βράδια. Δεν ξέρω αν είχε σημασία που είχε πέσει περίεργη υγρασία εκείνες τις μέρες — από αυτές που κάνουν τα τζάμια να θολώνουν και οι δρόμοι βρωμούσαν έντονα χώμα, σκουπίδια και κλεισούρα. Δούλευα από το σπίτι εκείνη την ημέρα, μικρό ακουστικό δουλειάς, καφές ξεχασμένος να γίνεται κρύος στο γραφείο, και το παράθυρο ανοιχτό όσο να μπαίνει μια ανάσα δροσιά.

Το μόνο που άκουγα, εκτός από τα πλήκτρα μου, ήταν τα φθινοπωρινά φύλλα που σέρνονταν στο πεζοδρόμιο και πού και πού κάτι πουλιά. Ώσπου ξαφνικά κατάλαβα ότι κάτι δεν πήγαινε καλά. Όχι κάτι συγκεκριμένο. Απλά μια αίσθηση, όπως όταν νιώθεις κάποιον να σε κοιτάζει, αλλά δεν μπορείς να πεις από πού.

Βραδάκι, γύρω στις εφτά, είπα να κατέβω να πάρω ένα γρήγορο περίπατο μέχρι το περίπτερο για λίγο καθαρό αέρα και εφημερίδα για τον πατέρα μου, που του είχα υποσχεθεί. Ο ουρανός ήταν ένα μουντό μωβ, από εκείνα τα χρώματα που νομίζεις πως θα ανοίξει και θα βρέξει αλλά δεν το κάνει. Τα φώτα του δρόμου άναβαν δειλά-δειλά – το καθένα με τον ήχο που κάνει η παλιά λάμπα λίγο πριν ζεσταθεί.

Είχα ήδη φτάσει στο πρώτο στενό, όταν ένιωσα σαν να περνάει σκιά πίσω μου — να κινείται όχι γρήγορα αλλά απολύτως αθόρυβα, κάτι που με έκανε να σταματήσω για ένα δευτερόλεπτο. Δεν κοίταξα πίσω, τουλάχιστον όχι τότε. Σκέφτηκα πως θα ήταν κανένας γείτονας, μια γάτα, ή απλά η ιδέα μου. Εκείνο το στακάτο που κάνουν τα παπούτσια πάνω σε υγρή άσφαλτο ακουγόταν πίσω μου για δύο βήματα, μετά πάλι μόνο εγώ. Έσφιξα το φερμουάρ της ζακέτας και προχώρησα.

Στο περίπτερο, η Μαρία, που έχει βάρδια πάντα ανοίγοντας 6-2, μου χαμογέλασε και είπε “έχει κάτι παράξενο σήμερα στον αέρα, ε;”. Συμφώνησα, προσπερνώντας το άβολο. Πλήρωσα την εφημερίδα, ένα πακέτο μαντηλάκια, και γύρισα πίσω. Ενοχλητικά κενό το στενό, ούτε σκυλί. Ο αέρας πάγωσε για λίγο, σαν να πέρασε μέσα από νεκρή λίμνη, και για πρώτη φορά αισθάνθηκα στ’ αλήθεια μόνος.

Έβγαλα βιαστικά το κλειδί για την πολυκατοικία, αλλά τα φώτα του κλιμακοστασίου τρεμόπαιζαν – παλιά καλωδίωση, δε δίνεις σημασία, συνηθίζεται. Μπήκα στο ασανσέρ και καθώς ανέβαινα, για μια απειροελάχιστη στιγμή, είδα το είδωλό μου στο μεταλλικό εσωτερικό να δείχνει σαν να μην ακολουθεί ακριβώς τις κινήσεις μου. Τόσο λίγο που το απέδωσα στο παλιό φως και τα νεύρα μου.

Στο σπίτι είχε σκοτεινιάσει, κι έβαλα να ζεστάνω σούπα, ήρεμα. Ο απορροφητήρας όμως έκανε έναν ήχο στατικό, πνιχτό, άγνωστο· σταμάτησα και τον κοίταξα, σαν να περίμενα να δω ποιος μιλάει. Τίποτα. Μέχρι που άρχισα να αισθάνομαι μια αμυδρή μυρωδιά που θύμιζε παλιό χαρτί, κάτι υγρό και ξεχασμένο, που δεν ήξερα από πού ερχόταν.

Άκουσα τότε τον ήχο — σαν κάτι να γρατζουνάει πολύ αργά τον τοίχο, κάπου έξω απ’ το σαλόνι. Έκλεισα αμέσως τον απορροφητήρα για να ακούσω. Πέντε δευτερόλεπτα απόλυτης ησυχίας, και ύστερα αυτό το «τρίβε, τρίβε, τρίβε», λίγο πιο έντονο κάθε φορά. Πλησίασα αργά, με τη σούπα να ξεχνιέται στη φωτιά, και έβαλα το αυτί σχεδόν πάνω στον ψυχρό τοίχο.

Το μόνο που κατάφερα να ακούσω ήταν σαν ανάσες ή να είναι ο αέρας που περνά ανάμεσα στους σωλήνες. Αφού δεν σταμάτησε, ντύθηκα ξανά, άνοιξα την μπαλκονόπορτα να δω μήπως είναι κάποιο ζώο ή παιδιά που παίζουν κάτω. Τίποτα, μόνο η ησυχία και το σκοτάδι. Πήρε λίγο να συνέλθω, όμως το μυαλό δεν ησυχάζει εύκολα — είδες, ο ήχος συνέχισε, κάπου ανάμεσα στον τοίχο μου και εκείνο το κενό διαμέρισμα, του κυρίου Λεωνίδα που έφυγε εδώ και τρεις μήνες.

Σκέφτηκα να κάνω μια βόλτα στον όροφο, να κοιτάξω από κάτω από την πόρτα αν φαίνεται κάποιο φως ή σκιά – ίσως να μπήκε καμιά γάτα, δεν ήξερα τι να περιμένω. Η πόρτα του κυρίου Λεωνίδα ήταν όπως πάντα — καλοβαμμένη, με εκείνη τη μισοσπασμένη ταμπελίτσα «101». Ήμουν μόνος στον διάδρομο, και κάπως ένοιωθα ότι από μέσα κάτι περίμενε να ακούσω ή να πω μια λέξη. Ήμουν έτοιμος να τινάξω τη λαβή, μα συγκρατήθηκα.

Ξαναμπήκα σπίτι με κόπο, άναψα όλα τα φώτα, κι έκατσα στον καναπέ μπροστά από την τηλεόραση, με τη σούπα τώρα σχεδόν καμένη. Έβλεπα ειδήσεις χωρίς να βλέπω στ’ αλήθεια τίποτα. Μέσα στη μονοτονία των φωνών, το γδούπο από το σαλόνι με έκανε να πεταχτώ — όχι βίαια, απλά σαν να κυλάει κάτι μεταλλικό στο πάτωμα.

Μου πήρε ώρα να συνειδητοποιήσω ότι στη γωνία κοντά στην πόρτα βρισκόταν ένα χαρτί, κιτρινόλευκο, σαν από παλιό τετράδιο, που ΔΕΝ υπήρχε πριν εκεί. Πλησίασα, το σήκωσα. Ήταν μια σελίδα μισοσκισμένη, τίποτα το ιδιαίτερο, αν εξαιρέσεις το ότι τα γράμματα ήταν σχεδόν δυσανάγνωστα, πολύ λεπτά, λες και κάποιος είχε γράψει με ξυλομπογιά ανάποδα προς το φως. Δεν κατάλαβα το κείμενο — ήταν ελληνικά, αλλά μπερδεμένα, σαν να έχουν γραφτεί από χέρι που τρέμει ή από κάποιον που δεν βλέπει καλά.

Το άφησα στο τραπέζι, λογικά σκεπτόμενος ότι μπορεί να το σήκωσε ο αέρας από κάπου, να το ’φερε απ’ το μπαλκόνι. Όμως το μυαλό μου γύριζε συνέχεια πίσω εκεί, στις σκιασμένες γωνιές, στα παράξενα βήματα πίσω μου, στις γρατζουνιές, στη σιγή πίσω από τον τοίχο, στην ψυχρότητα του διαδρόμου. Δεν άνοιξε καμιά πόρτα, δεν έγινε τίποτα άλλο, μα για ώρες ολόκληρες, και ακόμα και σήμερα στις μεγάλες σιωπές, ορκίζομαι ότι από το διαμέρισμα 101 κάτι θαρρείς πως ακόμα ψιθυρίζει. Σαν να περιμένει, σιγά και αθόρυβα, κάποιον να δει ή να διαβάσει μέχρι το τέλος εκείνο το χαρτί.

Από τότε, δεν ξανακοίταξα ποτέ το ίδιο εκείνο το μέρος.

Αυτή την ιστορία μας την έστειλε ο Βασίλης.

You might also like