Η γνώση του διαδικτύου στα μάτια σου!

Τρομακτικές Ιστορίες – Το ανήσυχο πάτωμα του διαδρόμου

Δεν το θεωρούσα ποτέ πως είχα ιδιαίτερη φαντασία. Δουλεύω λογιστής, η προσγείωση στα πρακτικά είναι το επάγγελμά μου, η δουλειά που διαλέγω και με διαλέγει κάθε μέρα. Τα βράδια ξεκουράζομαι μπροστά στην τηλεόραση, καμιά φορά παίρνω την μπύρα μου βόλτα στην ταράτσα ή στο μπαλκόνι, τίποτα το ιδιαίτερο. Εκείνο το βράδυ, λοιπόν—ήταν τέλη Οκτώβρη, λίγο πριν πιάσει το πρώτο γερό κρύο—ξύπνησα κατά τις τρεις και ένιωθα έναν παράξενο ανήσυχο παλμό, ούτε έντονο ούτε ξεκάθαρο σαν άγχος· πιο πολύ σαν κάτι να είχε αλλάξει στον αέρα.

Ο ύπνος μου είχε αποκοπεί από μια σιγανή φωνή στον διάδρομο. Όχι κάτι που ακούγεται αλλιώς, όπως τηλεόραση απ’ το απέναντι, ή ήχοι αποχέτευσης που φέρνει το παλιό σπίτι. Ήταν, λες και κάποιος μιλούσε κάπου εκεί, ακριβώς έξω από την πόρτα μου, με πολύ χαμηλή φωνή, σχεδόν ψίθυρο. Την πρώτη φορά ήμουν σίγουρος πως ήταν τύφλα κάποιου ονείρου, κάτι που λένε οι ειδικοί “μετά-επίγνωση” από το REM. Δεν έδωσα σημασία.

Ξανακούμπωσα το πάπλωμα και πήγα να γυρίσω πλευρό, όταν άκουσα καθαρά: ένα πλαφ, σαν πιο βαριά πατημασιά, και έπειτα ένα ακόμα χαμηλό μουρμουρητό. Σηκώθηκα, μισόκλειστα μάτια, πήρα τη ρόμπα στον ώμο καθώς έβγαινα στο διάδρομο — και βλέπω πως το φως της κουζίνας ήταν αναμμένο. Αυτό με ξενέρωσε αμέσως· είχαν μείνει δυο καδράκια ξεκρέμαστα στην άκρη του τραπεζιού, μια σακούλα σκουπιδιών παρατημένη στη γωνία, κι εκείνη η σταγόνα από το ψυγείο που πάντα έσταζε όταν έκανε υγρασία. Όλα, δηλαδή, φυσιολογικά· αν εξαιρέσω, βέβαια, τη λάμπα.

Εγώ πάντα έκλεινα τα φώτα, νοικοκύρης άνθρωπος. Το φως φωτογραφίζει τις γωνίες διαφορετικά· σου πετάει σκιές που, όταν είναι μεσάνυχτα, στέκουν παράξενα στα πλακάκια, σαν να ρέει το δωμάτιο σε άλλα σχήματα.

Έκανα να το σβήσω αλλά εκείνη τη στιγμή άκουσα πάλι κάτι σαν χτύπημα από το πατάρι, εκεί που έχω το παλιό μπαούλο του πατέρα. Πολύ σπάνια το ανοίγω πια, μόνο κάθε Πάσχα που βγάζω τα χειμωνιάτικα. Για λόγους που δεν ήξερα να εξηγήσω, ολόκληρος πάγωσα· έπιασα τον εαυτό μου να κοιτάζει το ταβάνι, ψάχνοντας μία ίσια ρωγμή που είχα προσέξει εδώ και καιρό, ήταν πιο βαθιά εκείνη τη νύχτα ή το φάνηκε στις σκιές;

Δεν άκουσα τίποτα άλλο για λίγα δευτερόλεπτα. Όταν ξαναγύρισα στο σαλόνι με κάποια δυσκολία, το μόνο που τάραζε τη σιγή ήταν το τικ-τακ του ρολογιού και ο ήχος από το πηγάδι της γειτόνισσας που μού θύμιζε την παλιά της συνήθεια να ποτίζει στις τρεις τα χαράματα. Κάθισα να ηρεμήσω, λέγοντας στον εαυτό μου ότι μάλλον όλα αυτά είναι συνδυασμός αϋπνίας και φθινοπωρινών ήχων στο κτίριο.

Ώσπου είδα το παράθυρο. Το μικρό, που κοιτάει στον ακάλυπτο. Οι κουρτίνες ήταν τραβηγμένες, παρ’ ότι εγώ πάντα τις κλείνω όταν πέφτει ο ήλιος—από συνήθεια, δεν μου αρέσουν τα ανοιχτά παράθυρα, φέρνουν περίεργες σκιές στο σπίτι. Τώρα, όμως, το μαύρο γυαλί είχε μια αδιόρατη δαχτυλιά στο κέντρο, σαν κάποιος να είχε πιέσει το δάχτυλο από μέσα ή —πιο παράξενα— απέξω, αλλά την πλευρά που έβλεπε το δικό μου σαλόνι.

Εκείνη τη στιγμή σκέφτηκα τα χειρότερα. Έβαλα ένα ποτήρι νερό, πήγα ξανά προς το διάδρομο, και πάλι μου πήρε ώρα για να συγκεντρωθώ. Είχα σχεδόν πείσει τον εαυτό μου να ξαναπάει για ύπνο, όταν έπιασα ένα ανεπαίσθητο, ακανόνιστο τρίξιμο στα σκαλοπάτια που οδηγούσαν στην ταράτσα, απ’ όπου μονίμως περνούν τα καλοκαίρια παιδάκια, φωνές μέρα μεσημέρι.

Το παράξενο ήταν πως δεν ακούστηκε βήμα. Ούτε φωνή. Μόνο το τρίξιμο του παλιού ξύλου, λες και κάποιος έστεκε εκεί, πολύ ώρα, σε όλο εκείνο το σκοτεινό, κρύο κενο.

Ξέρω, ακούγεται χιλιοειπωμένο: “Πήγες να δεις;” Όχι, δεν πήγα εκείνη την ώρα. Δεν είχα καμία όρεξη να ανοίξω την πόρτα για ταράτσα στις τρεις το πρωί. Έμεινα ακίνητος, ακούγοντας, περιμένοντας. Το μόνο που έσπασε τη σιωπή ήταν το ανεπαίσθητο βουητό του ανεμιστήρα του ψυγείου και μόλις άρχισε να χαράζει ένα πρώτο πνιχτό φως.

Το πρωί όλα ήταν ακριβώς όπως έπρεπε: το φως της κουζίνας κλειστό, οι κουρτίνες μαζεμένες, και η δαχτυλιά στο τζάμι είχε εξαφανιστεί. Όταν πήγα στην ταράτσα, βρήκα, ωστόσο, κάτι που με ταρακούνησε: τα ίχνη μιας ποτισμένης μουτσούνας στην υγρασία της σκάλας, σαν να είχε μείνει ακουμπισμένο κάπου ένα χέρι με ανορθόδοξη φορά — ή τουλάχιστον έτσι μου φάνηκε.

Το βράδυ, προσπάθησα να βάλω στο χαρτί όλα όσα έζησα για να χαλαρώσω· δεν βοήθησε. Από τότε, κάθε φορά που φτάνω σ’ εκείνο το σημείο του διαδρόμου, μπορώ να ορκιστώ πως κάτι αφύσικα αθόρυβο υπάρχει, και δεν ξέρω αν κινείται ή αν απλώς περιμένει.

Αυτή την ιστορία μού την έστειλε ο Παύλος.

You might also like