Serfare.com - Ερωτικές, Τρομακτικές, Οικογενειακές, Tifu, Aita Ιστορίες

Τρομακτικές Ιστορίες – Η υγρή σκιά στο παλιό διαμέρισμα των Λαδάδικων

Δεν ήταν τίποτα το ιδιαίτερο εκείνη η μέρα, αλήθεια λέω. Ένας συνηθισμένος Οκτώβρης στη Θεσσαλονίκη, λίγο ψύχρα το βράδυ, λίγο φως αχνό από τα παλιά φανάρια απέναντι στην Τσιμισκή. Ήταν από εκείνα τα απογεύματα που έρχεσαι από δουλειά, με το κεφάλι καζάνι, παραγεμισμένο με ανούσιες κουβέντες και το ρολόι να σε πνίγει, λες και δεν θα προλάβεις να κάτσεις πέντε λεπτά ν’ ακούσεις τον εαυτό σου.

Εγώ τότε έμενα σ’ ένα παλιό διαμέρισμα, στον τρίτο όροφο, δίπλα στα Λαδάδικα. Πόρτα βαριά από ξύλο, σκάλες που έτριζαν παλιά, πότε μούχλα, πότε θόρυβοι. Κανένας δε νοιαζόταν. Το μόνο που εκτιμούσα στο σπίτι αυτό ήταν το μπαλκονάκι του, που έβλεπε κάτω σ’ ένα στενό όπου τα βράδια τεμπελιάζαν οι γάτες και άκουγες από μακριά τη μουσική των μπαρ να μπερδεύεται με τη βουή των αυτοκινήτων. Τίποτα όμως, κανονικό, μέχρι εκείνο το απόγευμα που γύρισα απλώνοντας σακάκι στην καρέκλα και βάλαμε με το Στέλιο δύο καφέδες να πούμε δυο κουβέντες.

Άναψα τσιγάρο στο μπαλκόνι. Έβλεπα από πάνω τα φώτα των δρόμων να σβήνουν σιγά σιγά — κάποιο πρόβλημα λέει, το ’χαν αφήσει στο σκοτάδι ήδη από τη νύχτα πριν. Δεν ήταν παράξενο: παλιά φώτα, παλιά κτήρια, όλα στοιχειωμένα υπόλοιπα άλλων δεκαετιών.

Καθόμασταν, λοιπόν, μέχρι που κάποια στιγμή ο Στέλιος χαιρετάει, μπαίνει στο ασανσέρ (που πάντα μύριζε υγρασία και κάτι σα μουχλιασμένα κουκουνάρια), και εγώ μένω μόνος μου. Έπλυνα το φλιτζάνι, έβγαλα τα παπούτσια, κι έκατσα στον καναπέ να χαζέψω λίγο τηλεόραση, ούτε που θυμάμαι τι έπαιζε. Ξέρεις αυτό το αίσθημα, που κανείς δεν είναι σπίτι αλλά το πατάκι κάνει ένα ελαφρύ τρίξιμο, ή νομίζεις ότι άκουσες ήχο από το διάδρομο; Ε, το απέδωσα απλά στα νεύρα μου.

Αλλά τρις-τέσσερις φορές, μέσα σε μια ώρα, σε λάθος σημεία της νύχτας, ένιωσα ότι κάποιος περπατάει αργά έξω από την πόρτα μου. Βήμα. Ξανά βήμα, σέρνεται. Σταματάει. Σαν να κοντοστέκεται μπροστά στο δικό μου χαλάκι. Περίμενα να ακούσω κάτι – ένα χτύπημα, έναν ήχο από γρατζουνιά πάνω στο ξύλο – τίποτα. Τίποτα το φανερό.

Σκέφτηκα ότι φαντάζομαι, κούραση θα ήταν. Μα το τρίξιμο έμενε. Λες κι αν σήκωνα ξαφνικά το κεφάλι και κοιτούσα, τότε θα το έβλεπα. Όμως πάντα ξέκλεβα τη ματιά μου αλλού.

Κατά τις έντεκα αποφάσισα να κάνω ένα ντους, μπας και ξαλαφρώσω. Και μόλις άνοιξα την πόρτα του μπάνιου, μ’ έπιασε μια ψύχρα ανεξήγητη — λες και με πέρασε παγωμένος αέρας, μα το παράθυρο ήταν κλειστό. Κοίταξα μπροστά μου: το πλακάκι, το νερό, η κουρτίνα. Αλλά ψηλά, πάνω από το πλυντήριο, στο στενό κομμάτι ανάμεσα στο αρμοκάλυπτρο και τον τοίχο, υπήρχε ένα στίγμα υγρασίας. Ένα μαύρο σημάδι — όχι καινούριο, αλλά απόψε είχε απλώσει περισσότερο, σαν να έχει πάρει σχήμα. Έμοιαζε σχεδόν με πρόσωπο, εκεί σε μια γωνιά, και κάθε φορά που άνοιγα το νερό, νόμιζα πως το ΄βλεπα να χαμογελάει.

Το άρπαξε το μυαλό μου: σκέφτηκα μήπως μούχλα, μήπως κάποιος είχε ρίξει νερό από τον πάνω όροφο. Μα όσο το κοίταγα, τόσο ένιωθα μια ζαλάδα, μια ενόχληση, σα να μην ήθελα να το βλέπω κι άλλο.

Γύρισα πάλι στο σαλόνι. Τα φώτα του δρόμου είχαν σβήσει τελείως και το μόνο που φώτιζε ήταν το ψυχρό γαλάζιο της τηλεόρασης. Άκουγα από έξω ένα ελαφρύ βουητό, όχι σαν ροή αυτοκινήτων, πιο παράξενο, σαν μακρινό τραγούδι. Έκανα το λάθος και τέντωσα τ’ αυτί μου — από το διάδρομο ερχόταν εκείνο το αργό τρίξιμο, βήματα να σέρνονται, πάντα ίδιο στον ρυθμό. Ήθελα να βάλω μουσική να σκεπάσω το θόρυβο, αλλά δεν το έκανα.

Σκέφτηκα να πάρω τηλέφωνο τον Στέλιο, να γελάσουμε για τις ιδέες μου. Δεν πρόλαβα: η οθόνη του κινητού έμεινε ξαφνικά μαύρη. Ρεύμα υπήρχε, φως στο ταβάνι, το κινητό όμως ούτε έσβηνε ούτε άναβε. Μια γραμμή μόνο ξασπριζε πότε-πότε πάνω στην οθόνη, σαν σκρατς, λες και κάτι προσπαθούσε να περάσει από μέσα της.

Κοντά μεσάνυχτα, αποφάσισα να πάω για ύπνο. Έκλεισα όλα τα φώτα εκτός από το μικρό λαμπατέρ στο δωμάτιο. Εκεί, για πρώτη φορά, άκουσα κάτι να κουδουνίζει ελαφρά, σαν να χτυπά μεταλλικό μικρό αντικείμενο. Ήρθε από την κουζίνα. Περπάτησα ως εκεί διστακτικά, σιχαίνομαι να ψάχνω σκοτεινά δωμάτια. Δεν είδα τίποτα εκτός απ’ το παλιό μου ρολόι, που έπεσε κάτω. Το σήκωσα, έβαλα στη θέση του, ήμουν σίγουρος το είχα αφήσει αλλού.

Έπεσα στο κρεβάτι, τυλίχτηκα ως πάνω με την κουβέρτα. Μάτια ανοιχτά με το φως χαμηλό, όλα σκαστά σαν εικόνες στο μυαλό. Τότε το άκουσα: όχι πια βήματα, μα μια ανάσα, χαμηλή, βαριά, σχεδόν σαν να βγαίνει από το πάτωμα. Μία. Δύο. Τρεις — παρέμενε. Σκέφτηκα πως ονειρεύομαι ξύπνιος. Ένιωσα μια δροσιά να χαϊδεύει το μάγουλό μου, κοίταξα λίγο προς τα κάτω, και ορκίζομαι ότι είδα για κλάσμα του δευτερολέπτου μια σκιά, πυκνή και κοντή, να χάνεται ανάμεσα στο υπόλοιπο φως κι από πίσω μαύρο σκοτάδι.

Ήθελα να φωνάξω, να αρπάξω το κινητό, τίποτα δεν λειτουργούσε. Κάθισα εκεί, κρυωμένος, με τα μάτια ανοιχτά ως το ξημέρωμα. Το στίγμα στην υγρασία την επόμενη μέρα είχε φύγει. Κανείς δεν άκουσε ή είδε τίποτα όλο το βράδυ. Μπορεί να πεις πως ήταν η κούραση, το φως, το σκοτάδι, το παλιό σπίτι — αλλά ακόμα κι αν ήταν όλα στο κεφάλι μου, απ’ εκείνη τη νύχτα ποτέ πια δεν ανοίγω το φως στο μπάνιο όταν έχει υγρασία και κάνει κρύο.

Αυτή την ιστορία μου την έστειλε ο Γιώργος.

You might also like