Serfare.com - Ερωτικές, Τρομακτικές, Οικογενειακές, Tifu, Aita Ιστορίες

Τρομακτικές Ιστορίες – Η υγρή σκιά κάτω από το κρεβάτι

Εκείνη την Τρίτη, ήμουν μόνος στο σπίτι. Σπάνιο για εμένα, γιατί συνήθως η Σοφία –η σύντροφός μου– γύριζε νωρίς απ’ τη δουλειά, όμως είχε μείνει για ένα meeting. Είχα υποσχεθεί να φτιάξω φακές, αλλά βαρέθηκα και παρήγγειλα πίτσα. Είχε κι έναν αέρα έξω, απ’ αυτούς που σφυρίζουν μέσα απ’ τα ρολά όταν έχεις ξεχάσει κάποιο ανοιχτό. Όλα φαινόντουσαν φυσιολογικά, απ’ αυτά τα βαρετά βράδια που χαζεύεις βίντεο και τελειώνεις με email, αλλά από τις οκτώ και μετά άρχισε να με ενοχλεί εκείνη η αίσθηση ότι κάτι μου ξέφευγε, σαν να είχα αφήσει αναμμένο το θερμοσίφωνα ή ανοιχτή την εξώπορτα. Το προσπέρασα — συμβαίνει καμιά φορά, ιδιαίτερα όταν έχεις πιει μόνο έναν καφέ ολόκληρη τη μέρα.

Όμως η αίσθηση δεν έφυγε. Αντί να μειωθεί, φούντωνε, και κάθε τόσο νόμιζα ότι κάτι έπιανε η άκρη του ματιού μου. Μια σκιά, μια αχνή κίνηση στον διάδρομο, αν και ήξερα πως ήμουν τελείως μόνος. Έλεγα, “κάποια αντανάκλαση απ’ το μισόκλειστο παντζούρι θα είναι.” Ένα-δυο λεπτά αργότερα, έσκυψα να μαζέψω την πίτσα απ’ το πλαστικό κουτί, και τότε άκουσα για πρώτη φορά εκείνο τον θόρυβο. Πολύ σιγανό, ασαφές — έμοιαζε με χαμηλό μουρμουρητό ή κάτι που ξύνεται ήρεμα πάνω σε ξύλο. Έσβησα το βίντεο και άκουσα λίγο καλύτερα. Ήθελα να πιστεύω πως ήταν ο αέρας ή ο γείτονας που συχνά μαστορεύει μέχρι αργά, αλλά ο ήχος έμοιαζε… σχεδόν ρυθμικός.

Σηκώθηκα, χασμουρήθηκα και κοίταξα στον διάδρομο. Τίποτα. Ο θόρυβος σταμάτησε αμέσως, τόσο απότομα που αναρωτήθηκα αν τ’ άκουσα ποτέ στ’ αλήθεια. Η αίσθηση του παράξενου όμως παρέμεινε μαζί μου – κάθισε στο στήθος μου, έγινε βάρος. Τα φώτα της κουζίνας φαινόταν λίγο πιο αδύναμα απ’ το κανονικό, και ας ήταν καινούργιο το λαμπτήρι. Άνοιξα το φως στο διάδρομο και έριξα μια ματιά στα δωμάτια. Όλα έμοιαζαν εντάξει. Το μόνο παράταιρο ήταν μια κηλίδα νερού κάτω από το ψυγείο, αλλά υπέθεσα πως κάτι θα χύθηκε – κι έτσι δεν έδωσα σημασία.

Γύρισα στο σαλόνι. Η πίτσα είχε κρυώσει, αλλά δεν πεινούσα πια. Άναψα την τηλεόραση, μα ένιωθα εκτός ρυθμού, σαν να περίμενα κάτι να συμβεί. Εκείνη την ώρα έριξα μια ματιά προς τη μεγάλη βεράντα. Η τζαμαρία ήταν καλυμμένη από κλειστά παντζούρια, μα από χαραμάδες περνούσε ελάχιστο φως από τη λάμπα του δρόμου. Μου φάνηκε, για μια στιγμή, πως κάποιος στεκόταν πίσω απ’ τα παντζούρια. Δεν ήταν σχήμα κανονικό ή συγκεκριμένο — περισσότερο σαν να διατάραξε τη σκιά μια άλλη σκιά, κάτι που δεν είχε θέση εκεί. Έμεινα ακίνητος, ακούγοντας μόνο την καρδιά μου.

Το κουδούνι χτύπησε. Πετάχτηκα. Ήταν τέλειος συντονισμός με αυτό που έβλεπα, ή νόμιζα ότι έβλεπα, στην τζαμαρία. Πήγα αμέσως στην εξώπορτα, χωρίς να περιμένω ότι θα ‘ναι η Σοφία. Ο διάδρομος σκοτεινός, γιατί η λάμπα του πλαφονιέρα είχε καεί εδώ και μια βδομάδα. Από το ματάκι δεν έβλεπα τίποτα, μόνο μαύρο. Ρώτησα “ποιος είναι;” Δεν έλαβα απάντηση. Άνοιξα λίγο πιο δυνατά το “ποιος;”, όμως τίποτα πάλι. Έμεινα εκεί ένα λεπτό και μετά γύρισα στο σαλόνι, ταράχτηκα που φοβήθηκα τόσο εύκολα. Ξανά στη βεράντα όμως είδα πως οι σκιές είχαν αλλάξει θέση, σαν να έκανε κάτι βόλτα αργά πίσω από τα παντζούρια – όχι κινώντας τα, αλλά φέρνοντας άλλο σκοτάδι ανάμεσά τους.

Έκανα να διαβάσω για να το ξεχάσω. Μετά από κάνα μισάωρο, σηκώθηκα στο μπάνιο, γιατί είχα ένα βάρος στο στομάχι. Το σπίτι ήταν ήσυχο, κι εκεί πια είχα καταφέρει– λίγο– να απαλλαγώ απ’ το παράξενο. Όταν όμως γύρισα, το τηλέφωνο της Σοφίας ήταν πάνω στο τραπέζι. Της το είχα αφήσει στο κομοδίνο λίγο νωρίτερα, για να μην το ξεχάσει. Ήταν σίγουρα στο υπνοδωμάτιο – είχα πάει πριν στο δωμάτιο και το είδα εκεί. Έβαλα ένα χέρι στο τραπέζι και σκέφτηκα μήπως ήμουν αφηρημένος, μήπως το μετακίνησα ο ίδιος. Όμως ήξερα τι είχα κάνει. Ήξερα ακριβώς πού το άφησα. Άνοιξα το κινητό και είδα πως είχε ενημέρωση ότι “άνοιξε το παράθυρο υπνοδωματίου”, χάρη στη νέα εφαρμογή που εγκαταστήσαμε πρόσφατα, με τους αισθητήρες. Όμως ήμουν σίγουρος πως το παράθυρο ήταν κλειστό, αμπαρωμένο – το τσέκαρα πριν λίγο. Το δωμάτιο ήταν ίδιο όπως πριν, εκτός από το γεγονός ότι υπήρχε κάτι διαφορετικό: το πάπλωμα ήταν πεσμένο στο πάτωμα.

Έπεσα σχεδόν με τα μούτρα πάνω στο κρεβάτι για να το σηκώσω, και τότε άκουσα ξανά το ίδιο χάδι, το ίδιο σιγανό γρατσούνισμα, αυτή τη φορά δίπλα στο αυτί μου — όμως ερχόταν κάτω από το κρεβάτι. Στάθηκα ακίνητος. Δεν τόλμησα να σκύψω, δε μπορούσα να αναπνεύσω για μερικά δευτερόλεπτα. Μάζεψα το θάρρος και κοίταξα από την άκρη, μέσα στο κενό. Το κινητό της Σοφίας ήταν υπερβολικά κοντά στην άκρη του κρεβατιού και λες να το πέταξε ο αέρας, αλλά το πάπλωμα όχι.

Τράβηξα απότομα το πάπλωμα, έκλεισα το παράθυρο – που φυσικά ήταν ήδη κλειστό και κλειδωμένο– και έψαξα στο πάτωμα μήπως βρω κάτι. Δεν υπήρχε τίποτα.

Η φωνή μου μαγκωμένη, ξέπλενα τα χέρια μου στο μπάνιο, έτοιμος να φύγω από το σπίτι όταν το φως αναβόσβησε δύο φορές και μετά έμεινε μόνιμα χαμηλό, σχεδόν πρασινωπό, παράξενα ψυχρό μέσα στο γνώριμο δωμάτιο. Κοίταξα το ρολόι, ήταν περασμένες έντεκα κι ακόμα η Σοφία δεν είχε γυρίσει. Δεν είχα θάρρος να της τηλεφωνήσω. Βγήκα πάλι στο σαλόνι. Μια παράξενη υγρασία έπνιγε το σπίτι — σαν να ερχόταν από μέσα, όχι απ’ έξω.

Βγήκα στο μπαλκόνι, μόνο για να κάνω ένα τσιγάρο. Ο αέρας εκεί ήταν πιο παγωμένος από το συνηθισμένο. Πέταξα το αποτσίγαρο κάτω κι εκείνη τη στιγμή το μάτι μου έπεσε προς τα κάτω, στην πίσω αυλή. Εκεί δεν φτάνει ποτέ φως, αλλά ήμουν σίγουρος ότι μια μαύρη μάζα, πλακουτσή, γυαλιστερή, ίσα που φαίνονταν να κινείται. Δεν διέκρινα τίποτα με σαφήνεια· μόνο κάποιο βάρος, κάποιο ασχημάτιστο περίγραμμα που άλλαζε λίγο-λίγο μορφή, σαν να άπλωνε βραχίονες ή σαν να μαζευόταν πάλι στο χώμα. Τράβηξα απότομα πίσω.

Άρχισα να ακούω βήματα μέσα στο σπίτι – αργά, υγρά, λες και πατούσαν σε λάσπη ή νερό. Το φως του διαδρόμου είχε πλέον σβήσει και τελείως. Δεν γύρισα πίσω να δω τι ακολουθούσε. Μάζεψα παπούτσια, κινητό, μπουφάν, κλείδωσα βιαστικά και κατέβηκα τρέχοντας τα σκαλιά, χωρίς να σταματήσω μέχρι να φτάσω στον δρόμο – να νιώσω γύρω μου άλλους ανθρώπους, μηχανάκια, φώτα από καταστήματα.

Ακόμα κι αργότερα, όταν γυρίσαμε μαζί στο σπίτι, ποτέ δεν βρήκαμε τι έφταιγε. Μερικές φορές χάνεται νερό χωρίς λόγο, μυρίζει περίεργα στο δωμάτιο, ή ακούγονται βήματα στον διάδρομο ενώ στέκομαι μόνος μες στη σιγαλιά. Δεν έχω ξαναμπεί ποτέ στο υπνοδωμάτιο όταν πέφτει σκοτάδι. Δεν ξέρω αν ήταν κάτι, ή αν το έφερα μόνος μου. Αυτό που ξέρω είναι πως, κάθε φορά που φυσάει εκείνος ο περίεργος αέρας, και μια υγρασία νιώθεις να σου κάθεται στο στέρνο, ακούω ακόμα το γρατζουνιστό ψίθυρο από κάτω απ’ το κρεβάτι.

Αυτή την ιστορία μού την εξομολογήθηκε ο Γιώργος.

You might also like