Η γνώση του διαδικτύου στα μάτια σου!

Τρομακτικές Ιστορίες – Η σκιερή φιγούρα στην αυλή

Δεν ήταν τίποτα το ιδιαίτερο εκείνο το απόγευμα· σκέφτομαι πως αν κάποιος με ρωτούσε, ούτε καν θα το θυμόμουν ολόκληρο, αν δεν είχε γίνει ό,τι έγινε. Είχα τελειώσει με τη δουλειά, ήμουν κάπως κουρασμένος, μα τίποτα που να αξίζει να πεις παραπάνω. Έριξα ένα καφέ στη γαβάθα, ν’ αράξω λίγο στη μικρή αυλή πίσω από το σπίτι, εκεί που έχω μια παλιά αναπαυτική καρέκλα του παππού. Ήταν ήσυχα, είχε μόνο λίγο ψιλόβροχο, σχεδόν ζεστό κι αυτό. Ούτε οι γείτονες δεν φώναζαν, που πάντα κάτι φωνάζουν.

Το μόνο που μου φάνηκε κάπως παράταιρο ήταν το μαξιλάρι της καρέκλας. Το βράδυ το είχα αφήσει σίγουρα γύρω στους 9, σκέφτηκα να το πάρω μέσα αλλά βαρέθηκα. Το βρήκα το πρωί κάτω απ’ το τραπεζάκι, βρεγμένο ελαφρώς, αλλά το ανέβασα στη θέση του και το ξέχασα. Το απόγευμα, όμως, το μαξιλάρι ήταν μες στη λάσπη, λες και κάποιος το πέταξε ή το πάτησε με βαρύ παπούτσι. Είχε ένα στρογγυλό, σκούρο σημάδι στη μέση — όχι λεκέ ή κάτι αναγνωρίσιμο, περισσότερο σα σκιά που κόλλησε πάνω του. Έριξα λίγο νερό, τίποτα. «Άφησέ το για αύριο», σκέφτηκα. Είχα δει κουρασμένος.

Κάθισα στην καρέκλα, τέντωσα τα πόδια και κοίταξα το σκέπαστρο της αυλής. Εκείνη τη στιγμή, ακούστηκε ένας θόρυβος πίσω στον μαντρότοιχο — ένα απότομο «κρακ», σαν να πάτησε κάποιος σπασμένο κλαδί. Πήγα να πεταχτώ, μα σκέφτηκα ότι θ’ ήταν καμιά γάτα. Εξάλλου, η αυλή ήταν τυφλή, η πόρτα βαριά κλειστή και το μόνο που περνούσε από κάτω καμιά φορά ήταν τα φύλλα που έφερνε ο αέρας. Μετά, έπεσε ησυχία πάλι.

Άφησα τον καφέ, σηκώθηκα λίγο να δω· είχα την εντύπωση ότι κάτι φαινόταν πίσω από το μπλε μπιτόνι του λαδιού, εκεί που η σκιά ήταν πάντα πιο παχιά. Καμιά φορά ξεχνάς πώς είναι να είσαι μόνος. Ή καλύτερα, ξεχνάς ότι συνηθίζεις τόσο πολύ τη σιωπή, ώστε όταν σ’ ενοχλήσει κάτι, αρχίζει κι αυξάνεται μέσα σου ένα ανυπόφορο βάρος. Ήξερα όλες τις γωνιές της αυλής μου, όλα τα μικρά σημάδια, τα σπασμένα πλακάκια, τις σαρακοφαγωμένες σανίδες στον μαντρότοιχο. Αυτό που φαινόταν δίπλα στο μπιτόνι δεν ήταν τίποτα — τουλάχιστον έτσι το νόμιζα στις πρώτες δύο ή τρεις ματιές. Παραήταν σταθερό για να’ ναι γάτα, αλλά δε μ’ ένοιαξε παραπάνω, γύρισα στην καρέκλα.

Όταν πήγα να μπω πάλι στο σπίτι — δεν ξέρω τι μ’ έπιασε — ήταν σαν να μην ήξερα κατά πού ήταν η πόρτα. Τη μέτραγα, ενώ ήξερα ακριβώς πόσα βήματα απέχει κάθε γωνιά, σάμπως και κάποιος είχε κάνει τη νύχτα λίγο πιο κοντή ή λίγο πιο ξένη. Μέχρι και ο ήχος από το περπάτημά μου στην πλάκα μ’ έκανε ν’ ανατριχιάζω, όχι γιατί ήταν κάτι περίεργο, αλλά γιατί ξαφνικά δεν έμοιαζε δικός μου.

Το βράδυ κιόλας, άρχισαν οι μικροθόρυβοι στο σπίτι. Κλείδωνα πάντα όλα, ήμουν σχολαστικός, αλλά κάπως τα παράθυρα, στην πίσω πλευρά, άφηναν ρεύμα και σφύριγμα. Άκουσα το γνωστό, ενοχλητικό τρίξιμο από το πατάρι, κι ας μη βρισκόταν κανείς άλλος εκεί. Αυτό που μ’ ανησύχησε ήταν ότι σε δύο-τρία σημεία του σπιτιού — στη σκάλα, στο χολ, πίσω απ’ το ψυγείο στο κουζινάκι — βρήκα κάτι παράξενα στίγματα. Πιο μαύρα απ’ τη βρωμιά, σα να είχε μείνει στάμπα από δάχτυλα που όμως δεν ήταν δειλά-δειλά τοποθετημένα, μα σιωπηλά τραβηγμένα πάνω στον τοίχο.

Τα καθάρισα με βιασύνη, μα λίγη ώρα μετά, να τα πάλι εκεί. Δεν μύριζαν τίποτε, κι ούτε άφηναν υφή — ήταν σκιά πιο σκούρα κι από τη νύχτα απέναντι απ’ το παράθυρο.

Μέσα στη νύχτα, ξύπνησα από την αίσθηση ενός ήχου τόσο χαμηλού, που σχεδόν δε θα’ λεγα ότι όντως υπήρξε. Μοιάζει αστείο, μα μ’ έπιασε φόβος — σαν κάποιος να μιλούσε ψιθυριστά στην αυλή ή να έσερνε τα πόδια του σε πέτρα. Το πρώτο μου ένστικτο ήταν να μην κουνηθώ. Δεν άκουγα τίποτα πλέον, μόνο την καρδιά μου και κάτι λιγοστά κομμάτια από τον αέρα που έμπαινε κουτσαίνοντας μέσα απ’ τις χαραμάδες. Πήρα θάρρος, πλησίασα το παράθυρο και κατάφερα να περάσω τη μύτη μου λίγο απ’ το παντζούρι.

Κάτι κινήθηκε στη γωνία της αυλής, μπροστά στο τραπεζάκι. Δεν τα είδα όλα, κι ούτε θα’ θελα. Είδα, όμως, τη σκιερή φιγούρα (εγώ έτσι το ονόμασα μετά, για να μη χάσω τον ύπνο μου) να κοντοστέκεται ακριβώς εκεί που ‘χε λεκιαστεί το μαξιλάρι από νωρίς. Το φως απ’ το απέναντι φανάρι έπεφτε έτσι που διαπερνούσε τα χέρια της — αν ήταν χέρια — και τα άφηνε προς στιγμή «διάφανα». Βγήκε ένας ήχος, όχι σαν φωνή, σαν πνιχτή ανάσα που πηγαινοερχόταν, λες και κάποιος κουβαλούσε ζέστη από το πουθενά.

Μπορώ να πω ότι πάγωσα. Κανένα λογικό μέρος του μυαλού μου δε δουλεύει εκείνη την ώρα. Μόνο θυμάμαι τον εαυτό μου να ακούει και να παρακαλάει να ξημερώσει σε πέντε λεπτά. Έκανα πίσω αργά, χωρίς ούτε τρίξιμο — με πέτυχε λίγο το φεγγαρόφωτο στα μάτια.

Ήταν αδύνατο να κοιμηθώ. Το αστείο είναι ότι όσο τα λεπτά περνούσαν, μπορούσα ολόκληρο το σπίτι να το νιώθω σαν ψίθυρο, σαν φούσκωμα σκοτεινό που προχωρούσε πάνω στους τοίχους. Άκουγα βήματα, μια φορά ένα γέλιο μακρινό (ήταν γέλιο;), βλέπετε τα σπίτια εδώ κολλάνε το ένα στο άλλο. Δεν τόλμησα να ανοίξω ούτε φως, μόνο έμεινα ξαπλωμένος με ανοιχτά μάτια, καρφωμένος στο ταβάνι.

Το πρωί, φυσικά, κανείς δεν είχε δει τίποτα. Το μαξιλάρι ήταν πάλι στη λάσπη, το σημάδι διευρυμένο, σαν να το είχε ακουμπήσει κάτι υγρό ή μελανό. Οι στάμπες μαύρες στους τοίχους, σβήστηκαν και πάλι, αλλά κάθε τόσο βρίσκω καινούργιες. Από τότε, όποτε νυχτώνει, δε βγαίνω ποτέ στην αυλή χωρίς να σκέφτομαι τη σκιερή φιγούρα που στέκεται εκεί — κι όταν ρίχνω πίσω καμιά ματιά, το κάνω πάντα βιαστικά, με λιγότερη ανάσα.

Από τότε, δεν ξανακοίταξα ποτέ το ίδιο εκείνο το μέρος.

Αυτή την ιστορία μας την έστειλε η Κατερίνα.

You might also like