Η γνώση του διαδικτύου στα μάτια σου!

Τρομακτικές Ιστορίες – Η σκιά στον καθρέφτη της οδού Αστραπής

Δεν έχω ξαναγράψει ή μιλήσει για εκείνο το βράδυ, ούτε στους πιο κοντινούς μου. Αλλά να, τώρα κάπως το φέρνει η κουβέντα – ή το χρειάζομαι, δεν ξέρω. Ήταν τότε με τη μόνιμη πρωινή βάρδια στη δουλειά και, θυμάμαι, μόλις είχαμε αλλάξει ώρα· εκείνη τη νύχτα που όλοι κουβαλάνε ένα ψεύτικο μισάωρο νυσταγμένοι. Αυτό το μισάωρο ήταν που είχε τη διαφορά.

Είχα τελειώσει νωρίτερα απ’ το γραφείο – ένα μικρό κτήριο έξω απ’ το Χαλάνδρι, σε δρόμο χωρίς φώτα. Το φαινόμενο και τότε ήταν˙ φθινόπωρο, να βραδιάζει στις έξι. Εκείνη τη μέρα είχε ένα αλλόκοτο φως απ’ το απόγευμα κιόλας. Κάτι λες και κάθισε στον αέρα. Γύριζα με τα πόδια σπίτι, όπως κάθε μέρα, αλλά πιο αργά. Σκεφτόμουν να σταματήσω για ψωμί, αλλά δεν σταμάτησα. Αυτό με έτρωγε μετά – αν είχα σταματήσει, ίσως…

Ο δρόμος αυτός είναι στενός, όμως για κάποιο λόγο, εκείνη τη μέρα φαινόταν στριμωγμένος. Σαν τα παλιά σπίτια να ρίχναν τους ώμους τους ο ένας πάνω στον άλλον. Ένα τροχοφόρο εγκαταλελειμμένο έκρυβε μισό πεζοδρόμιο. Θυμάμαι καθόλα παράξενα – απ’ το ραδιόφωνο ενός σπιτιού έβγαινε ένα παλιό λαϊκό για τη μοναξιά, και πιο κάτω, εκεί που τα σπίτια ελαττωνόντουσαν, μύριζε σβησμένη φωτιά. Εκεί όμως ένιωσα κάπως παράξενα, γιατί, ξαφνικά, σταμάτησε κάθε ήχος που είχα συνηθίσει – ούτε ο γείτονας με το σκυλί που γαβγίζει, ούτε φωνές, ούτε καν αυτοκίνητα. Ακούγονταν μόνο τα βήματά μου και αυτά πολύ καθαρά.

Στεκόμουν για μια στιγμή, πήγαινα να βγάλω το τηλέφωνο, όταν πρόσεξα στα δεξιά έναν καθρέφτη πίσω από ένα παράθυρο. Δεν ήταν σπίτι μάλλον, ακατοίκητο, χρόνια. Ο καθρέφτης στεγνός, καθαρός στη μέση απ’ το χώμα που πέφτει από παντού. Και σε μία από τις γωνιές του, κάτι έχασκε. Δεν το είδα καθαρά – σαν μια λεπτή σκιά, σαν κουκίδα μαύρου που όμως άλλαζε σχήμα. Κόλλησα, το ξέρω, έμεινα με το βλέμμα να μαγνητίζεται εκεί. Το παράθυρο ήταν σπασμένο σε ένα σημείο. Εκεί που άρχιζε το σκοτεινό, σαν να διασταυρωνόντουσαν για μια στιγμή δύο αντανακλάσεις, η δική μου και ενός άλλου προσώπου… Αλλά αυτό που είδα δίπλα απ’ το πρόσωπό μου στο τζάμι δεν ήταν δικό μου. Ήταν υπερβολικά λεπτό, υπερβολικά κοντά, από πίσω μου.

Έκανα μια βιαστική κίνηση να φύγω, το κινητό γλίστρησε, για λίγα δευτερόλεπτα ήμουν σκυμμένος πάνω απ’ το χαλίκι. Όταν σήκωσα το κεφάλι, πάλεψα να μη δω τον καθρέφτη, κι όμως μάτι μου το σήκωνε πάντα πίσω. Ένιωσα τότε πως το σκοτάδι είχε πέσει πολύ πιο νωρίς. Τα φώτα των σπιτιών σιγόβραζαν παράξενα, σαν να έβγαιναν με το ζόρι απ’ τα παράθυρα. Προχώρησα σχεδόν τρέχοντας.

Έκανα μια μικρή παράκαμψη, έτσι χωρίς να καταλάβω το γιατί, πέρασα απ’ το πίσω στενάκι της οδού Αστραπής. Εκεί τα σπίτια είχαν κηπάκια και φράχτες, πολύ κοντά όλα. Θυμάμαι έναν ψηλό φράχτη, γκρίζο, μ’ ένα παραθυράκι μεταλλικό, απ’ αυτά που τα ‘χουν άλλοτε για αλληλογραφία. Ήταν μισόκλειστο, όπως πάντα – αλλά αυτή τη φορά, είδα να σαλεύει κάτι σαν κορδονάκι, μαύρο και λεπτό, κρεμασμένο από μέσα. Για μια στιγμή, φαντάστηκα κάποιον παλιό ιδιοκτήτη που πέθανε μόνος· κάτι τέτοιο.

Συνέχισα πιο γρήγορα πια. Η σιωπή είχε γίνει σχεδόν πιεστική, σαν να σκέπαζε τα αυτιά μου. Μόνο η ανάσα μου άκουγα και τα βήματα. Έφτασα στη στάση του λεωφορείου, εκεί που λίγο φως βγαίνει απ’ τη λάμπα. Το μάτι μου έπεσε στο παγκάκι, κάποιος είχε ξεχάσει μια εφημερίδα πάνω του, φρεσκότατη. Πήγα να κάτσω, χαζεύοντας το εξώφυλλο, αλλά… κάτι με τράβηξε πάλι πίσω μου.

Στον δρόμο, πίσω απ’ το γυαλί του κουτιού με τα δρομολόγια, φάνηκε να περνάει στη σκιά σαν να προβάλλει ένα χέρι – μα δεν ήταν χέρι. Ήταν κάτι αδύνατο, σαν λεπτή γραμμή σκότους, και στον στιγμιαίο δισταγμό που έκανα να το κοιτάξω, αισθάνθηκα καθαρά ανάσα στον σβέρκο μου. Σαν θολό παγωμένο αέρα. Για λίγο πάγωσα – ούτε δύναμη να ουρλιάξω, ούτε να κινηθώ.

Ενστικτωδώς, έκανα κάτι που παλιά μου μέτραγε για γελοίο, έβαλα το χέρι μέσα στην τσέπη και έσφιξα τα κλειδιά. Σαν τα παλιά γιαγιαδίστικα φυλαχτά. Καμία λογική, το ξέρω. Μα εκείνα τα δευτερόλεπτα, είχε ξανάρθει το βλέμμα μου στον καθρέφτη που αφήνει πίσω ο δρόμος, έτσι γυάλιζε στο σκοτάδι. Και δεν θα σας πω τι είδα. Όχι καθαρά, όχι όπως τα σινεμά. Ήταν σα να σκεβρώνει για κλάσματα η εικόνα, να παραμορφώνεται, σαν η σκιά να πλησίαζε γυρισμένη προς το μέρος σου και ταυτόχρονα να απομακρυνόταν, λες και ήθελε να σε τραβήξει μέσα, πίσω απ’ το τζάμι, να βρεθείς εκεί όπου τίποτα δεν κουνιέται και δεν ακούγεται παρά μόνο τα βήματα του εαυτού σου.

Ακόμα σηκωνόμουν να φύγω, όταν πέρασε το λεωφορείο χωρίς να σταματήσει, γεμάτο πρόσωπα κοιτώντας μπροστά, αλλά με βλέμματα άδειου κελύφους, χωρίς αντιδράσεις. Έμεινα μόνος, και μόνο μετά από πολλή ώρα ακούστηκε ξανά ήχος – μια πόρτα σπιτιού που έκλεινε μακριά, βιαστικά. Κοίταξα πίσω μου. Ο καθρέφτης ήταν σκοτεινός, το παράθυρο ράγισε λίγο περισσότερο, μια βαριά, ασήμαντη αλλαγή όπως συμβαίνουν κάθε μέρα στη γειτονιά.

Μέχρι σήμερα αποφεύγω να περάσω απέναντι εκείνο το σπίτι. Και όταν τύχει και βραδιάσει, ορκίζομαι ότι ακούω ακόμα αυτό το βήμα πίσω μου, που δε συγχρονίζεται ποτέ με το δικό μου. Μόνο μια φορά, τότε, γύρισα να κοιτάξω απότομα. Και, βέβαια, δεν είδα τίποτα εκείνη τη στιγμή.

Από τότε, δεν ξανακοίταξα ποτέ το ίδιο εκείνο το μέρος.

Αυτή την ιστορία μου την έστειλε η Μαρία.

You might also like