Η γνώση του διαδικτύου στα μάτια σου!

Τρομακτικές Ιστορίες – Η σκιά στο χολ του παλιού σπιτιού

Δεν θα πω ψέματα, εκείνη η μέρα ξεκίνησε σαν όλες τις άλλες. Ήταν τέλη Νοέμβρη και ο καιρός είχε εκείνο το βαρύ γκρι που πατάει τα πάντα. Ξύπνησα αργά, επειδή είχα ρεπό, και το σπίτι μύριζε καφέ από την καφετιέρα που είχα αφήσει να χτυπάει στο χρονοδιακόπτη. Το σπίτι μου είναι παλιό, με αυτά τα χαμηλά ταβάνια και τα ξύλινα πατώματα που τρίζουν. Σηκώθηκα, έβαλα τις παντόφλες, άναψα τη μικρή λάμπα στο χολ – πάντα το χολ μου φαινόταν λίγο σκοτεινό, αλλά εκείνη τη μέρα με τσίγκλησε κάπως παραπάνω. Ήταν πιο κρύο από το συνηθισμένο. Μικροπράγματα.

Όλα κυλούσαν ήσυχα μέχρι που, προς το μεσημεράκι, αποφάσισα να καθαρίσω λίγο. Είχα να περάσω σκούπα δύο βδομάδες και οι γωνίες είχαν πιάσει ψιλή σκόνη. Έβαλα μουσική, έκανα τον γύρο του σπιτιού, και όταν έφτασα στο δωμάτιο που χρησιμοποιώ για αποθήκη, με έλουσε μια περίεργη αίσθηση – σαν να πάτησα σε κρύο ρεύμα. Το απέδωσα στα κακά κουφώματα. Μέσα, πέρα από κούτες και ένα παλιό ράφι, υπάρχει ένα μικρό παράθυρο, κλειστό. Όμως ακούστηκε σαν να σφύριξε ο αέρας. Έσκυψα να τσεκάρω αν είχε πάρει αέρα η μπαλκονόπορτα στο άλλο δωμάτιο – τίποτα.

Καθάρισα το δωμάτιο βιαστικά. Κάτι με έκανε να θέλω να βγω από κει όσο πιο γρήγορα γινόταν. Στον διάδρομο, η μουσική κόπηκε για δύο-τρία δευτερόλεπτα, σαν να κούνησε κάποιος το ραδιόφωνο. Το σημείωσα, μάλλον τυχαίο, αλλά δεύτερη λεπτομέρεια. Εκεί ξεκίνησε να με ροκανίζει ένα περίεργο άγχος.

Πέρασε λίγη ώρα. Έφτιαξα να φάω, έκατσα να διαβάσω λίγο στην κουζίνα. Έπιασε βροχή – αυτός ο ψιλόβροχος που κάνει τα τζάμια να νιώθονται κολλημένα στην παλάμη σου. Στο δωμάτιο πάλι άκουσα το σφύριγμα, μόνο που αυτή τη φορά ήταν λίγο πιο μακρόσυρτο. Πήγα μέχρι το χολ, άκουσα προσεκτικά, τίποτα – απλώς λίγο νερό να στάζει στη σκάλα της πολυκατοικίας.

Μέχρι το απόγευμα, όμως, συνέχιζα να πιάνω κάτι περίεργα: τα φώτα έσβηναν για κλάσματα του δευτερολέπτου, ο βραστήρας δεν άναβε με την πρώτη, και κάμποσες φορές νόμιζα ότι έβλεπα από τη γωνία του ματιού μου μια σκιά να γλιστράει στον απέναντι τοίχο. Μιλούσα μόνος μου για να σπάσω τη σιωπή, έβαζα ραδιόφωνο στο τέρμα, όμως κάθε φορά που έκλεινε η μουσική, το σπίτι γέμιζε πάλι αυτή την παράξενη παγωμάρα.

Προς τις εφτά έβγαλα τα σκουπίδια. Επιστρέφοντας, βρήκα την εξώπορτα ελαφρώς ανοιχτή. Κοίταξα, το κλειδί ακόμα από μέσα. Δεν έδωσα σημασία, είπα θα φύσηξε η πόρτα. Κλείδωσα και πήγα να πλύνω τα χέρια μου. Μέσα στον νιπτήρα, πάνω στη λάσπη που μάζεψα απ’ τα παπούτσια, υπήρχε και κάτι που δεν αναγνώρισα αμέσως: μια τρίχα, μαύρη, στιλπνή, πολύ πιο μακριά από τις δικές μου, και σα να ήταν βουτηγμένη σε νερό. Στην αρχή σκέφτηκα την κοπέλα μου, αλλά έχουμε να βρεθούμε μέρες — αυτές οι τρίχες ήταν πολλές, κολλημένες στη σχάρα. Τις έριξα κάτω, ήθελα να τελειώνω μ’ αυτό, δεν συνηθίζω να φοβάμαι τέτοια.

Εκείνη τη νύχτα, είπα να κάτσω λίγο παραπάνω ξύπνιος, να διαβάσω. Βγήκα στο χολ για να φέρω άλλο βιβλίο από τη βιβλιοθήκη, κι εκεί – ορκίζομαι – άκουσα βήματα πάνω στα ξύλα. Παιχνίδια του μυαλού, λέω, είναι αργά. Αλλά δε μ’ άφησε να ησυχάσω: στο χολ υπήρχε αυτό το βάρος, σα να είχε μόλις περάσει κάποιος, να σύρθηκε κάτι βιαστικά. Ανατρίχιασα, κόλλησα για λίγο εκεί ακούγοντας την παγωμένη σιγή, έπιανα σαν στόλισμα έναν απόκοσμο ήχο, όχι ακριβώς βόμβο, ούτε ηλεκτρικό. Σαν κάποιον να κρατάει την ανάσα του επίτηδες πίσω απ’ την πόρτα.

Πόσες φορές έψαξα να δω αν αφήνω κάποιο παράθυρο ανοιχτό, ή αν τα είχα όλα καλά σφαλισμένα, τις έχω χάσει. Όλα όπως πρέπει. Κατέληξα να στέκομαι στη μέση της κουζίνας, να μασάω ξερό ψωμί και να ακούω βήματα – όχι δυνατά, μα διακριτικά, σαν να μπερδεύεται ο ήχος της βροχής με κάτι ανθρώπινο, αλλά όχι εντελώς.

Η ώρα είχε πάει σχεδόν έντεκα – το σπίτι μου είχε βυθιστεί στη σιωπή, μόνο ο ψίθυρος της βροχής και κάτι σαν ξυχαλό που πέφτει αργά. Είχα σβήσει τα φώτα, εκτός από μία λάμπα δίπλα στο κρεβάτι. Κοιτούσα το ταβάνι, προσπαθώντας να με πείσω ότι όλα αυτά είναι απλώς υπερένταση. Ως που, μες στη μισοσκότεινη κάμαρα, όρμησε ξανά το αίσθημα ότι κάτι περίεργο συνέβαινε. Σηκώθηκα, ντύθηκα λίγο πιο ζεστά, πέρασα από το χολ. Τα πατώματα έτριξαν παράξενα, αλλά αυτή τη φορά δεν ήταν το πάτημα μου – ακούστηκαν δύο, τρία παραπάνω τριξίματα, σαν να ταίριαζαν με βήματα κάποιου που περπατά ακριβώς πίσω μου.

Γύρισα απότομα – κανείς. Αισθάνθηκα μια οσμή ξύλου, παλιού σπιτιού, ανακατεμένη με κάτι υγρό, σαν μουχλιασμένο ύφασμα. Κράτησα το βλέμμα μου χαμηλά, κι εκεί είδα τη σκιά μου, ασυνήθιστα διπλή. Η δική μου και λίγο παραδίπλα, μια δεύτερη, λεπτότερη, λες και στάθηκε πίσω απ’ την κάσα της πόρτας. Πάγωσα. Σηκώθηκα να τρέξω, αλλά σαν να μου κόπηκαν τα πόδια – στο μισοσκόταδο φάνηκε για ένα κλάσμα δευτερολέπτου πως κάτι χώθηκε ξανά στη γωνία, πίσω απ’ το ράφι, ακριβώς εκεί που ποτέ δεν καθαρίζω κανονικά.

Γύρισα στο σαλόνι, έκλεισα τα φώτα, έβαλα ακόμα και μουσική. Μέχρι να πάει δυόμιση, ο ύπνος δεν ερχόταν, μόνο το βουητό του ψυγείου και εκείνο το αίσθημα να σε παρακολουθούν. Πέρασαν τα λεπτά, αργά, βασανιστικά. Σαν να ορκίζεσαι πως κάποιο χέρι ακουμπάει στο χερούλι της πόρτας σου, κι αν ανοίξεις θα δεις κάτι που δεν πρέπει να δεις.

Ξημέρωσε χωρίς να καταλάβω. Δεν κοιμήθηκα σχεδόν καθόλου, τριγυρνούσα σαν λαβωμένος γύρω-γύρω στη μικρή κουζίνα, μέτραγα ανάσες και βήματα για να σιγουρευτώ ότι ήμουν μόνος. Πήγα τελευταία φορά στο χολ. Στη μακρινή γωνία, εκεί που πάντα αφήνω αφύλακτο το ράφι, είδα πάλι να μου κάνει σκιά κάτι λεπτό, αφύσικα αργό, σαν να ανεβαίνει το φως πάνω του μόνο για να το σβήσει αμέσως. Δεν άκουσα ήχο, δεν είδα πρόσωπο — απλώς ήξερα ότι ποτέ δεν είμαι στ’ αλήθεια μόνος εκεί.

Από τότε, δεν ξανακοίταξα ποτέ το ίδιο εκείνο το μέρος.

Αυτή την ιστορία μας την έστειλε η Μαρία.

You might also like