Τρομακτικές Ιστορίες – Η σκιά στο δάσος με τα πλατάνια
Δεν ξέρω πώς να ξεκινήσω ακριβώς αυτή την αφήγηση, γιατί – αν τη σκέφτομαι με καθαρό μυαλό – δεν μπορώ να βρω μια εντελώς λογική εξήγηση. Ίσως αυτή είναι και η χειρότερη πλευρά της. Εμένα, πάντως, μου συνέβη στ’ αλήθεια, μια μέρα φθινοπώρου. Ήταν από εκείνες τις μέρες που ξεκινούν αθώα. Είχα ελεύθερο πρωινό, ο ήλιος έμπαινε από τα παράθυρα της κουζίνας μου και, κάπως έτσι, μετά τον δεύτερο καφέ, πήρα το αυτοκίνητο να κάνω μια μικρή βόλτα έξω από το χωριό, στο δασάκι με τα πλατάνια που ήξερα από μικρός.
Το μέρος εκείνο, τα τελευταία χρόνια, είχε παραμεληθεί. Η παλιά γέφυρα, τα καθίσματα και τα μονοπάτια, όλα ξεχασμένα λίγο από τον δήμο, λίγο κι από μας. Εγώ, όμως, πάντα έβρισκα μια γοητεία στο να πηγαίνω εκεί. Μ’ άρεσε να περπατάω μες στα υγρά φύλλα, να ακούω το νερό στο ποτάμι, να μυρίζω ό,τι είχε φερει το φθινόπωρο. Εκείνη λοιπόν την ημέρα, μπήκα στο παλιό μονοπάτι και ξεκίνησα χαλαρά με τα χέρια στις τσέπες.
Στην αρχή, όλα ήταν ακριβώς όπως τα περίμενα. Μια ελαφριά πάχνη στον αέρα, τα βήματά μου να χάνονται μέσα στο χαλί από τα κίτρινα φύλλα, κελαηδίσματα μακρινά. Φυσούσε μια ψιλοκούραστη αύρα που κουνούσε αργά τα ψηλά κλωνάρια. Πέρα από τον ήχο του νερού, ήταν όλα σταθερά — τόσο που ένιωσα αυτή τη δροσερή ησυχία σαν κάτι που ανήκει στη φύση, που δεν χρειάζεται να εξηγήσεις.
Προχώρησα ως την παλιά γέφυρα. Κοντοστάθηκα για λίγο, έσκυψα δίπλα στο κάγκελο, έριξα λίγη πέτρα στο ρυάκι. Και τότε, άρχισα να βλέπω τις μικρές λεπτομέρειες, αυτές που, λες και ξεχωρίζουν μόνον όταν κοιτάζεις καλύτερα.
Ένα σκισμένο καπέλο στην άκρη της γέφυρας. Δεν έμοιαζε να ανήκει σε παιδί, ούτε γυναικείο καπέλο. Ήταν παλιό, μάλλον αντρικό, απ’ αυτά που δεν φοριούνται πια. Πολυκαιρισμένο, με σημάδια λάσπης ακόμη νωπά. Το προσπέρασα, αλλά στο μυαλό μου έμεινε εκείνη η εικόνα. Στ’ αλήθεια, ποιος θα το είχε χάσει εδώ; Δεν είναι μέρος που περνάει πολύς κόσμος, και σίγουρα όχι τέτοια εποχή.
Λίγο πιο κάτω, τώρα, σε μια ξερή ρίζα, πρόσεξα κάτι μαυρισμένο. Δεν με απασχόλησε. Περπάτησα λίγο ακόμα· σκέφτηκα να κόψω απ’ το στενό μονοπάτι, να φτάσω ως το ξέφωτο. Καθώς περπατούσα, μου φάνηκε πως μια ισχνή μυρωδιά καμένου φτάνει και φεύγει στον αέρα. Το ήξερα αυτό το μέρος, δεν ήταν ποτέ μυρωδιά φωτιάς ή ξύλων, πιο πολύ σαν κάποιος να είχε κάψει ρούχα ή κάτι παλιό και βρώμικο. Σταμάτησα, για να βεβαιωθώ. Απόλυτη ησυχία, σαν να πάγωσε το φως ανάμεσα στα δέντρα.
Εκεί, δίπλα σε έναν πεσμένο κορμό, πρόσεξα πάλι κάτι να κινείται – στη σκιά κάτω από τα κλαριά. Δεν είχα δώσει σημασία, μα το ξαναείδα. Μια μαύρη φιγούρα, όχι ψηλή, όχι σαφής – σαν να ήταν απλώς ένα παλτό ακουμπισμένο στο χώμα, με έναν παράξενο τρόπο. Άκουσα κάτι σαν το ξάφνιασμα ενός μικρού ζώου, ένα σούρσιμο σε βρεγμένα φύλλα. Πλησίασα δυο βήματα, προσπαθώντας να διακρίνω καλύτερα, μα το μόνο που είδα ήταν λίγο βαθύτερη σκιά — κι ένα λευκό, σα να γυάλιζε, ίσως ένα παλιό κομμάτι ύφασμα, ίσως ένα πεταμένο κουτί.
Συνέχισα το περπάτημα, τότε όμως άρχισα να νιώθω μια αδιόρατη ενόχληση στην πλάτη, σαν να με παρακολουθεί κάτι. Κάθε δύο–τρία λεπτά, γύριζα να κοιτάξω πίσω. Τίποτα, μόνο τα φύλλα που κινούνταν, και κάπου-κάπου ο ήχος ενός ξερού κλαδιού.
Έφτασα στο ξέφωτο και πήρα μεγάλη ανάσα. Το μέρος εκεί ήταν πάντα φιλόξενο, αλλά τώρα ησυχία πύκνωνε και η σκιά μεγάλωνε με τον ήλιο να χαμηλώνει ελαφρώς. Έκατσα σε ένα παλιό πέτρινο παγκάκι. Ήπια λίγο νερό από το παγούρι. Η σιωπή ήταν παράξενη, όχι ηρεμιστική πλέον. Έμοιαζε να βαραίνει. Άκουσα το κλασικό τρίξιμο ενός κλαδιού πίσω μου. Γύρισα δεν είδα τίποτα. Τότε όμως, για πρώτη φορά στα σοβαρά, ένιωσα ότι δεν ήμουν μόνος. Ή, καλύτερα, σαν να μην έπρεπε να είμαι εκεί.
Ένα επίμονο κοράκι άρχισε να φωνάζει μέσα από τα κλαδιά. Ακολούθησε ένας δροσερός αέρας που ξέσπασε απότομα, πιέζοντας τα φύλλα. Για μερικά δευτερόλεπτα, κατάλαβα πως όλα σταμάτησαν. Τα πουλιά, το νερό, τα πάντα. Κοιτάζοντας προς το μονοπάτι, νόμιζα ότι είδα κάποιον να στέκεται πίσω από έναν κορμό — ούτε πρόσωπο, ούτε χρώμα, πιο πολύ σιλουέτα, τίποτα στέρεο. Κι όμως, ήμουν σίγουρος. Η σκιά εξαφανίστηκε αμέσως, αλλά τώρα πια με είχε κυριεύσει ένα ακαθόριστο δέος.
Άρχισα να περπατάω πίσω, αρχικά ήρεμα, κι ύστερα λίγο πιο γρήγορα. Οι μικρές λεπτομέρειες όμως με ακολουθούσαν. Ένα γέλιο πνιχτό, μακρινό, βγήκε από κάπου πίσω μου. Δεν ήταν χαρούμενο — ήταν σαν κάποιος να περιγελούσε. Έτρεξε ένα ρίγος στη ραχοκοκκαλιά μου. Μπέρδεψα το βήμα μου, γλίστρησα κι ένιωσα το φύλλωμα παγωμένο, υγρό κάτω από τα χέρια μου. Ανασηκώθηκα και συνέχισα με δυσκολία.
Τώρα, κάθε τόσο, μια σκιά διέτρεχε την άκρη του βλέμματός μου. Δεν είχε μορφή, δεν είχε σώμα, απλώς υπήρχε εκεί, πότε δεξιά, πότε αριστερά. Με μέτρησε. Αυτό ήταν το χειρότερο. Δεν ξέρω πώς, αλλά είχα τη σιγουριά ότι με μέτραγε. Ξανά το κοράκι, πιο δυνατά αυτή τη φορά, θύμιζε ανθρώπινη φωνή σε απόγνωση. Ένα βήμα πίσω μου — το άκουσα, ορκίζομαι, αργό και επίμονο.
Έφτασα λαχανιασμένος στη γέφυρα. Το νερό κάτω κυλούσε, ανεπαίσθητα πιο θολό απ’ όσο θυμόμουν. Όταν κοίταξα, το καπέλο είχε εξαφανιστεί. Εκεί κατάλαβα πως μάλλον με καλούσε να φύγω αυτό το μέρος. Δεν υποχώρησα αμέσως. Στάθηκα να κοιτάξω προς το βάθος του δάσους. Για μια στιγμή, ανάμεσα στα άναρχα κλαριά, είδα δυο φωτεινά στίγματα — όχι μάτια, δεν ήταν μάτια. Σαν γυαλί, σαν κάτι που ανασαίνει στο σκοτάδι.
Δεν έτρεξα. Πέρασα τη γέφυρα, μπήκα στο αυτοκίνητο. Ο δρόμος της επιστροφής ήταν ήσυχος, με εκείνη τη μουντή μυρωδιά στο ρουθούνι, και την αίσθηση ότι κάτι κινείται πάντα πίσω μου, ακριβώς όπου δεν κοιτάζω. Στο σπίτι κοιτάχτηκα στον καθρέφτη — περίμενα, δεν ξέρω τι, κάποιο σημάδι ίσως πως γύρισα μόνος.
Αυτό που με βασανίζει είναι πως ξέρω: αν πάω ξανά, κάτι θα με περιμένει ακόμα εκεί. Και, καμιά φορά, ακόμα και τώρα, όταν πέφτει ησυχία απότομα στο σπίτι ή στο δρόμο, μου φαίνεται πως ακούω βήματα στα ξερά φύλλα πίσω μου.
Αυτή την ιστορία μας την έστειλε ο Γρηγόρης.
