Η γνώση του διαδικτύου στα μάτια σου!

Τρομακτικές Ιστορίες – Η παγωμένη βόλτα του Μάκη στο έρημο πάρκο

Δεν μπορώ να ξεχάσω εκείνο το βράδυ, όσο κι αν προσπαθώ. Ήταν μια απλή Δευτέρα, τέλος Οκτωβρίου, το ψύχος είχε μπει δειλά, και τα απόνερα της προηγούμενης βροχής έκαναν τις γωνίες της αυλής να γυαλίζουν στο κίτρινο φως της λάμπας. Τέλειωσα απ’ τη δουλειά γύρω στις εφτάμιση. Έριξα ένα πιάτο φαΐ στα πεταχτά – φακές, λίγο ψωμί που είχε σκληρύνει από το πρωί, κι ένα ποτήρι κρασί. Είχα βαρεθεί να βλέπω τηλεόραση, η μέρα είχε κουμπώσει πάνω μου, έτσι αποφάσισα να βγω έξω, να περπατήσω λίγο μέχρι να μου περάσει η ένταση.

Βγήκα με το μπουφάν μέχρι στ’ αυτιά. Η γειτονιά ήταν ήσυχη, λες και τα σπίτια είχαν ρουφήξει τους ανθρώπους μέσα και κάθε ήχος, κάθε βήμα, αντηχούσε διαφορετικά – σαν να γινόταν σκηνικό θεάτρου. Ακόμα και ο αέρας είχε κάτι παράξενο, μύριζε υγρασία και κάτι ακόμα, μια μυρωδιά που δεν μπορούσα να προσδιορίσω ακριβώς. Γύρισα στη μεγάλη στροφή, εκεί που οι δημοτικοί κάδοι είναι πάντα γεμάτοι, κι ακούμπησα για λίγο στο γνωστό παγκάκι. Ανάμεσα στα χαμηλά φώτα και τα φανάρια, ξεχώριζα πάντα τη φωνή του γείτονα που μιλούσε ψιθυριστά στο σκύλο του, δυο σπίτια παρακάτω. Εκείνο το βράδυ, όμως, τίποτα. Μόνο μια περίεργη σιγή.

Στο δρόμο, κανείς. Μονάχα ένας άντρας με γκρι μπουφάν περπάταγε από την αντίθετη, αργά, με το κεφάλι σκυμμένο. Δεν έδωσα σημασία. Συνέχισα να περπατάω, γυρίζοντας ασυναίσθητα το κλειδί μέσα στην τσέπη για να θυμάμαι ότι το είχα μαζί μου – κάτι που πάντα με αγχώνει.

Αλλά λίγο αργότερα, κάπου στα 200 μέτρα, τον ξανάδα μπροστά μου, πάλι με το ίδιο περπάτημα, ίδια στάση. Ήταν σαν να βρέθηκε μπροστά μου χωρίς να κάνω τον κύκλο που θα ‘πρεπε κανονικά. Δεν είμαι τύπος που τρομάζει εύκολα, οπότε το ‘βαλα κάτω από “τυχαίες διαδρομές”. Όμως, κάτι στον τρόπο που κρατούσε τα χέρια του – σφιχτά πάνω στο σώμα, σαν να ‘πιανε ψύχρα, ή σαν να προσπαθούσε να κρύψει κάτι – με έκανε να αποφύγω το βλέμμα του όταν πέρασε δίπλα.

Άκουσα ένα μακρόσυρτο σούρσιμο. Τα παπούτσια του, σημείωσα, δεν ταίριαζαν – ήταν κάτι σαν παντόφλες, βρόμικες, όχι για έξω. Κοίταξα τις δικές μου. Κάθε βήμα με έκανε να νιώθω πιο άβολα.

Άφησα τον κεντρικό δρόμο, προτίμησα το μικρό στενό που οδηγεί στο πάρκο. Εκεί ο φωτισμός πάντα ήταν αδύναμος κι η υγρασία μαζευόταν χαμηλά, στα φύλλα που σάπιζαν. Ο ήχος των βημάτων μου νόμιζα πως μεγάλωνε υπερβολικά στον αέρα. Γύρισα πίσω, λες και κάτι με τσίγκλαγε να τσεκάρω: απόλυτη ησυχία, καμία κίνηση.

Λίγο πριν φτάσω στο πάρκο, στο τέρμα της γειτονιάς, τις νύχτες συνήθως άκουγα τα παιδιά που έκαναν ποδήλατο ή το ζευγάρι με το σκυλί που μαλώνει. Εκείνο το βράδυ, τίποτα. Ούτε φωνές, ούτε καν το σύρσιμο από τα λάστιχα. Μονάχα ο ήχος ενός πλαστικού μπουκαλιού που κύλησε ξαφνικά στο πεζοδρόμιο – χωρίς κανέναν εκεί για να το κλωτσήσει.

Προχώρησα. Ανατρίχιασα βλέποντας, κάτω απ’ το φως μιας χαλασμένης λάμπας, μια σκιά να κάνει μια κίνηση απότομα, τάχα σαν να γλίστρησε. Δεν είδα κανέναν, μόνο αυτή τη σκιά κι έναν αμυδρό θόρυβο, κάτι μεταξύ ψιθύρου και κρατήματος ανάσας. Το αποδίδω στο μυαλό μου, είπα και συνέχισα – αλλά τα βήματα πια ήταν γρήγορα, κοντά στο να τρέχω.

Όταν έφτασα στο πάρκο, όλα έμοιαζαν να ‘χουν σταματήσει – ούτε αμάξια στη λεωφόρο, ούτε φώτα απ’ τα μπαλκόνια. Και τότε συνειδητοποίησα κάτι αλλόκοτο: ο αέρας είχε κόψει απότομα. Καμία κίνηση, τίποτα δεν φτερούγιζε. Είχα μια αίσθηση ότι και να φώναζα, η φωνή μου απλώς θα πνιγόταν αμέσως, λες και ο αέρας κρατούσε τα λόγια παγιδευμένα εκεί μέσα.

Θυμάμαι μια λεπτομέρεια: εκεί, στη βάση του μεγάλου δέντρου, βρίσκονταν πάντα δυο σαπισμένοι κουβάδες – λείψανα που άφησε κάποιο συνεργείο. Εκείνο το βράδυ, κάποιος είχε βάλει μια λευκή σακούλα δεμένη γερά, δεμένη πολύ σφιχτά, σαν να μην ήθελε να φύγει το περιεχόμενο. Άκουσα ξανά αυτό το σούρσιμο, πιο ξεκάθαρα αυτή τη φορά. Ένα άγγιγμα στο μπουφάν από πίσω, σαν κάτι να πέρασε ελάχιστα δίπλα μου. Πάγωσα.

Γύρισα, κανείς. Μόνο εκείνη η σκιά. Έμοιαζε σχεδόν ανθρώπινη, αλλά… Δεν υπήρχε περιγραμμένο πρόσωπο, μόνο οι άκρες του σώματος να κινούνται παράξενα, λες κι ανάβλυζαν ή έσταζαν στο σκοτάδι. Κοίταξα ξανά τη σακούλα: κινούνταν ελαφρά, όπως με τον αέρα, μα δε φυσούσε τίποτα.

Έκανα να πλησιάσω να δω πιο καθαρά – μη με ρωτήσετε γιατί, ίσως η βλακεία ή το ότι ήθελα να του δώσω μια λογική εξήγηση. Τότε, ακούστηκε απότομα το γέλιο γυναίκας πίσω απ’ τα δέντρα. Ένα απότομο, κοφτό γέλιο, σαν να πνιγόταν. Ρίγησα. Δεν υπήρχε κανείς εκεί – το ήξερα, μπορούσα να δω όλο τον χώρο. Τα φώτα τρεμόπαιξαν, και για μια στιγμή, κάθε ήχος σταμάτησε.

Εκείνη τη στιγμή, έχασα παντελώς την αίσθηση του χρόνου. Ένιωσα μόνο ότι ό,τι κι αν ήταν, πλησίαζε. Δεν έτρεξα – τα πόδια μου δεν υπάκουγαν. Έμεινα ακίνητος, κρατώντας το κλειδί σφιχτά στην τσέπη, κι άκουγα το σούρσιμο, το τρίξιμο του πλαστικού, το αδύναμο ψιθυριστό γέλιο, ξανά και ξανά, σαν κομματάκι κασέτας που κόλλησε. Δεν μπόρεσα να θυμηθώ τίποτα άλλο. Λίγη ώρα μετά, σαν ξύπνημα, ήμουν ήδη στον δρόμο για το σπίτι. Δεν κοίταξα πίσω. Μπήκα, έκλεισα τα παντζούρια, έβαλα τα πόμολα και κάθισα στο πάτωμα, νομίζοντας ότι κάπου στο χολ υπήρχε ακόμα αυτός ο ήχος.

Από τότε, δεν ξανακοίταξα ποτέ το ίδιο εκείνο το μέρος.
Αυτήν την ιστορία μας την έστειλε ο Μάκης.

You might also like