Τρομακτικές Ιστορίες – Η νύχτα που σταμάτησε στις 7:36
Δεν είχε τίποτα το παράξενο εκείνη η μέρα. Ξύπνησα λίγο πριν χτυπήσει το ξυπνητήρι, καθώς άκουσα να γαβγίζει ο σκύλος του απέναντι. Έβαλα τον καφέ μου στο μπρίκι, έριξα τα δημητριακά στο μπολ, και κόντευα να φύγω για δουλειά όταν παρατήρησα πως το ρολόι στην κουζίνα είχε κολλήσει. Έδειχνε 7:36. Το κινητό μου, πάλι, έλεγε πως ήταν ήδη οχτώ παρά δέκα. Δεν έδωσα σημασία. Κάτι χτύπησε το τζάμι εκείνη τη στιγμή, σαν νύχι ή μικρό πετραδάκι, και σκέφτηκα με νεύρα πως θα είναι ξανά καρακάξες.
Κατεβαίνοντας τη σκάλα της πολυκατοικίας, μύριζε λίγο υγρασία – αυτό το ψυχρό, κλειστό άρωμα που έχουν οι πολυκαιρισμένες πολυκατοικίες του κέντρου. Άκουγα φωνές από κάπου πάνω, μάλλον από το δεύτερο όροφο – ήταν η γειτόνισσα που μιλάει συνήθως στο τηλέφωνο με τη μάνα της. Πάντα φωνάζει. Εκείνη τη μέρα, όμως, τα λόγια της μού φάνηκαν κάπως αποκομμένα, σα να ψιθύριζε κάτι μπερδεμένα, όχι ελληνικά, ή τουλάχιστον λέξεις που δεν έβγαζαν νόημα.
Στην είσοδο με περίμενε ένα κίτρινο φάκελο πεταμένο κάτω – χωρίς όνομα, χωρίς αποστολέα. Τον άφησα όπως ήταν, δεν είναι η πρώτη φορά που πετάνε διαφημιστικά στην πολυκατοικία μας. Κοίταξα μία πάνω, στις κλεισμένες περσίδες του διαμερίσματος του πρώτου. Εκεί μένει ένας ηλικιωμένος που ούτε καλημέρα δεν λέει, όμως ορκίζομαι πως άκουσα ποδοβολητά μέσα από το διαμέρισμα. Ένα, δύο βήματα, σαν να περπάταγε κάποιος εκνευρισμένος πέρα-δώθε.
Βγήκα στον δρόμο. Ο καιρός μισοσυννεφιασμένος. Παρατήρησα δύο περιστέρια πεσμένα στη γωνία, παράξενα ήσυχα, με τα φτερά λίγο ανοιχτά. Δεν έμοιαζαν τραυματισμένα, περισσότερο σα να είχαν παγώσει εκεί. Πέρασα δίπλα τους στα γρήγορα· δεν τα σκέφτηκα παραπάνω.
Ολόκληρη τη μέρα στο γραφείο ένιωθα ένα βάρος στην πλάτη, σαν να με παρακολουθούν, αλλά έριχνα την ευθύνη στην κούραση. Γύρισα αργά το απόγευμα και μπήκα απευθείας στο ντους. Όμως, με το που βγήκα, με περίμενε μια ψυχρή σιωπή. Και μετά, εκείνο το γαβγισμα πάλι του σκύλου, μόνο που τώρα ακουγόταν πολύ κοντά, σχεδόν κάτω απ’ το ίδιο μου το παράθυρο, αν και ο σκύλος ήταν δεμένος απέναντι.
Έριξα κάτι πρόχειρο πάνω μου, παλιές φόρμες, και έκατσα στο σαλόνι να βάλω τηλεόραση. Η εικόνα, όμως, είχε μια διαρκή χιονοθύελλα. Λευκό, στατικό χιόνι, κι ένας βόμβος στη συχνότητα που ήταν ελάχιστα πιο δυνατός από όσο μπορούσα να αγνοήσω. Το ξαναδοκίμασα, άναψε για λίγο και μετά πάλι χιόνι — μόνο που αυτή τη φορά, για μισό δευτερόλεπτο, στην οθόνη χαμήλωσε απότομα το φως και είδα αντανακλαστικά το σχήμα ενός ατόμου να περνάει στη γωνία του δωματίου, πίσω μου. Γύρισα απότομα. Δεν ήταν κανένας.
Κάθισα στην πολυθρόνα και άρχισα να ακούω προσεκτικότερα τους ήχους. Ένα τακ-τακ από το καλοριφέρ, το ψυγείο να βογκάει χαμηλόφωνα, όμως κάτω απ’ όλα αυτά ένας άλλος ήχος. Σαν σύρσιμο, πολύ αργό, σαν να τραβάει κάποιος τα νύχια του απαλά σε πλαστικό ή σε τζάμι, έφτανε από το βάθος του διαδρόμου.
Μπήκα στην κουζίνα μηχανικά, ν’ ανοίξω το φως, αλλά το λαμπάκι τρεμόπαιξε και έσβησε — έμεινα μισό λεπτό με το χέρι στον διακόπτη να περιμένω μήπως ξανανάψει. Τίποτα. Το ρολόι στον τοίχο, ακόμη κολλημένο στις 7:36. Για μια στιγμή, θυμήθηκα τα παιδικά χρόνια στη γιαγιά μου στο χωριό, το πώς έλεγαν πως όταν κάτι σταματάει, κάτι άλλο ξεκινά.
Δεν ξέρω πώς το αποφάσισα, αλλά πήγα να κοιτάξω το ματάκι της πόρτας. Η πολυκατοικία ήσυχη, ο διάδρομος άδειος, μόνο η αχνή μυρωδιά τηγανίλας κάπου χαμηλά. Έπιασα εγώ τον εαυτό μου να ψιθυρίζει, χωρίς να το καταλαβαίνω, το νούμερο του διαμερίσματος μου. Μια, δυο, τρεις φορές, σα να προσπαθούσα να μην ξεχάσω πού ανήκω.
Λίγο μετά τις δέκα, το τηλέφωνο άρχισε να χτυπάει. Αργά, μεστά, ίδια απόσταση στο κάθε κουδούνισμα. Σήκωσα το ακουστικό και δεν απάντησε κανένας. Για λίγα δευτερόλεπτα επικρατούσε μόνο εκείνο το τρίξιμο – σαν αναστεναγμός μέσα από συρτάρι, ή το τρίξιμο δέρματος — και μετά ένα ψιθύρισμα. Δεν κατάλαβα λέξη, μόνο έναν ήχο σαν «πάρε με» ή «παρέμενε».
Άφησα το τηλέφωνο κάτω και έμεινα να κοιτάζω το μισοσκότεινο σαλόνι μου. Ένιωθα το χέρι μου να τρέμει ανεξέλεγκτα, μα δεν το σταμάτησα. Και πάλι, σιωπή.
Στις έντεκα, τα ξανακούω. Ήχος από γδαρσίματα, αυτή τη φορά στην πόρτα. Όχι δυνατά, αλλά με ρυθμό, σα κάποιος να χαράζει το ματάκι με κάτι σκληρό. Μία, δύο, τρεις φορές… Ήμουν καρφωμένος στην καρέκλα, παγωμένος – δεν άναψα φως, δεν πήγα κοντά.
Μετά, ακούω στη διπλανή πόρτα του διαμερίσματος μια κίνηση. Η γειτόνισσα βγαίνει στον διάδρομο, ακούω τα τακούνια της. Τη φωνάζω, αδύναμα. Δεν απαντά. Αντίθετα, σιγοτραγουδάει – ένα τραγούδι που η γιαγιά μου μου τραγουδούσε μικρό παιδί, κάτι για τη νύχτα που σκεπάζει το σπίτι και τα παράθυρα που δεν πρέπει ν’ ανοίγεις.
Για λίγα βήματα γυρνούσε στο διάδρομο, όλο και πιο αργά, μέχρι που σταμάτησε ακριβώς έξω από την πόρτα μου. Εκεί, πίσω απ’ το ξύλο, έμενε ακίνητη. Δεν άκουγα ούτε την ανάσα της.
Κι έπειτα, πίσω μου, απόκρημνος ψίθυρος, κοντά στο αυτί μου πια, σχεδόν μέσα στο κεφάλι: «Να μη φύγεις όταν ξεκινήσει». Μ’ ένα πάγωμα, σαν ηλεκτρικό ρεύμα ως τη ράχη, κατάλαβα πως δεν ήμουν μόνος στο δωμάτιο. Γύρισα απότομα και αντίκρισα αμυδρά στο σκοτάδι μια σκιά, τόσο κοντά που διέκρινα το ανάλαφρο άρωμα του σαπουνιού — ενώ εγώ δεν είχα πλυθεί ακόμα εκείνο το βράδυ.
Το φως του διάδρομου άναψε ξαφνικά, μια ηχώ από βήματα — και μετά πάλι σιωπή. Το ρολόι του τοίχου, ακόμη στις 7:36. Με τη σκιά, να στέκεται πίσω μου, σιωπηλή, και να περιμένει.
Από τότε, δεν ξανακοίταξα ποτέ το ίδιο εκείνο το μέρος.
Αυτή την ιστορία μας την έστειλε η Μαρία.
