Τρομακτικές Ιστορίες – Η νύχτα που δεν ήθελε να γυρίσει σπίτι ο Αντώνης
Εκείνο το βράδυ, δεν ήθελα να γυρίσω σπίτι. Δεν είχα κάποιο λόγο πραγματικό, απλώς έμεινα παραπάνω στη δουλειά, ξεφύλλιζα τα mail, τακτοποιούσα γραφικά υλικά, κι έπειτα πήγα για μια μικρή βόλτα με τα πόδια πριν μπω στο αυτοκίνητο. Δεν έβρεχε, δεν είχε κρύο, ήταν μια τελείως ήσυχη, σχεδόν βαρετή βραδιά – κι όμως, όσο πλησίαζα το αμάξι κάτι μέσα μου ξυπνούσε, σαν εκείνη τη διστακτικότητα που σου έρχεται πριν πεις το σωστό ψέμα.
Στον δρόμο προς το σπίτι, όλα ήσυχα – τα φώτα στους δρόμους μισοαναμμένα, μερικά παρκαρισμένα οχήματα, οι σκουπιδιάρηδες λίγο πιο κάτω. Πάρκαρα έξω από την πολυκατοικία, έβαλα το χέρι στις τσέπες, ανέβασα το φερμουάρ κι έβγαλα το κινητό για να δω αν μου είχε στείλει μήνυμα η Κατερίνα. Τίποτα. Παράξενο, γιατί συνήθως μου έστελνε, έστω “έφτασες;”. Τέλος πάντων. Πήρα μια βαθιά ανάσα, ανέβηκα τα σκαλιά, μπήκα στο διαμέρισμα. Είχε εκείνο το γνώριμο αχνό σκοτάδι, το ημίφως από τα λαμπάκια της κουζίνας.
Έβγαλα παπούτσια, κρέμασα το μπουφάν μου στη θέση του. Ο αέρας μύριζε ελαφρώς απορρυπαντικό, λίγο υγρασία – τίποτα περίεργο. Πήγα να φτιάξω τσάι. Εκείνη τη στιγμή άκουσα ένα τρίξιμο από το δωμάτιο της Κατερίνας. Πάγωσα για ένα δευτερόλεπτο, μετά χαμογέλασα, πατώντας τα κουμπιά του βραστήρα. Μάλλον το παράθυρο. Είχα αφήσει ανοιχτό τις προάλλες και ερχόταν ψυχρός αέρας το βράδυ.
Βάδιζα ήρεμα στο σαλόνι, έχοντας στο χέρι την κούπα που έσταζε λίγο τσάι στα δάχτυλά μου, όταν είδα πως η πόρτα του δωματίου ήταν λίγο μισάνοιχτη. Συνήθως την έκλεινε εντελώς. Πρόσεξα κάτι: στο χαλί, ακριβώς μπροστά από το πορτάκι, είχε μαζευτεί σκόνη, αλλά υπήρχαν δυο παράξενα ίχνη – όχι πατημασιές, αλλά κάτι σαν μικρές γραμμές, λες και κάποιος σύρθηκε αργά. Κοίταξα γύρω για το γάτο. Ο Μήτσος λείπει από το σπίτι εδώ και μήνες, κι από τότε δεν έχω αφήσει ανοιχτό παράθυρο.
Έκανα να κλείσω την πόρτα. Εκεί ακούστηκε πάλι ένα σιγανό, κανονικά ασήμαντο, κρακ… κρακ… από τα πατώματα. Οι πίνακες στον τοίχο έδειχναν στη θέση τους. Όλα, τελικά, στη θέση τους – εκτός από το παλιό ραδιόφωνο στη γωνία. Είχε γυριστεί λίγο, σαν να το είχε σπρώξει κάποιος προς τον τοίχο. Τελείως αθόρυβα και ασήμαντα. Το αγνόησα. Το μόνο που ήθελα ήταν ένα ζεστό μπάνιο και τον καναπέ.
Μπήκα στο μπάνιο. Ο καθρέφτης με έδειξε, λίγο πιο ξεπλυμένο από ό,τι με θυμόμουν το πρωί. Ξαφνικά ένιωσα, χωρίς να δω, πως πίσω μου υπήρχε κίνηση. Όχι βλέμμα – μια μικρή ριπή αέρα, όπως όταν κάποιος περνά από πίσω σου και ταράζει το φως ξυστά. Τη στιγμή που γύρισα, δεν ήταν εκεί τίποτα. Μόνο το ανοιχτό φως κι εκείνη η αίσθηση στο στήθος, το σφίξιμο που σε κάνει να χαμηλώνεις λίγο τους ώμους.
Το βράδυ έπεσα νωρίς στο κρεβάτι, χωρίς μουσική. Πριν κλείσω τα μάτια, ήρθε εκείνο το περίεργο αίσθημα ξανά: σαν στο δωμάτιο να υπήρχε κάποιος στην άκρη, ακίνητος, αόριστα ψηλός. Άνοιξα τα μάτια, κοίταξα προς το μέρος της ντουλάπας. Τίποτα – μόνο το φως από τον διάδρομο που περνούσε ξυστά κάτω. Σκέφτηκα πως απλώς είχα πολύ δουλειά και είμαι κουρασμένος. Τράβηξα κουβέρτα πιο πάνω, γύρισα στο πλάι.
Λίγο πριν με πάρει ο ύπνος, άρχισα να ακούω εκείνο το μακρινό, παράξενο ήχο από το ταβάνι.
Ένα χτύπημα. Πρώτα απαλά, σχεδόν αδιάφορα. Μετά ξανακούστηκε, πιο ρυθμικά, σαν κάτι να κινείται επάνω από το υπνοδωμάτιο, να σέρνεται απαλά και να σταματά τόσο ξαφνικά που σχεδόν νόμιζα πως το φαντάστηκα. Άφησα το κεφάλι στο μαξιλάρι. Αύριο, σκέφτηκα, θα κοιτάξω αν κάπου μπάζει ή έχει μπει κανένα ζωύφιο.
Κάπως πήρα ύπνο, αργά. Όμως, στη μέση της νύχτας, ξύπνησα μούσκεμα στον ιδρώτα, παγωμένος. Είχε απόλυτη ησυχία, λες και το σπίτι είχε βουλιάξει κάτω από το νερό. Άκουσα το ψυγείο στο βάθος, πολύ μακριά πια. Πήγα να αλλάξω πλευρό τότε, κι εκεί το είδα.
Στη χαραμάδα ανάμεσα στην πόρτα και το πάτωμα, έξω στο διάδρομο, φαινόταν μια σκιά να σέρνεται. Μια σκιά εντελώς στρεβλή, απροσδιόριστη, αλλά ανεξήγητα χαμηλή. Σταμάτησα να αναπνέω για λίγα δευτερόλεπτα. Δεν το πίστευα. Έκλεισα τα μάτια κι άνοιξα ξανά. Η σκιά δεν είχε φύγει. Αντίθετα, σιγά σιγά σκέπασε, σαν βύθισμα ή σαν μαύρη κουρτίνα, όλο το φως που ερχόταν από τον διάδρομο.
Άκουσα την ανάσα μου – δυνατή, υπερβολικά δυνατή, σαν να μην είχα εισπνεύσει ποτέ μέχρι σήμερα. Το μόνο που σκεφτόμουν ήταν να μην κινηθώ, να μην με προσέξει. Τα σεντόνια άρχισαν να κολλάνε στο δέρμα μου. Ένα απαλό γδούπο ακούστηκε, το χαμηλωμένο ραδιόφωνο από το σαλόνι που ξαφνικά έκανε ένα “κλικ”. Κάτι έτριζε στα ντουλάπια. Κι εκείνη τη στιγμή, ορκίζομαι, άκουσα κάτι να περνάει πίσω από το κεφάλι μου, ανάμεσα στο πάπλωμα και το ξύλινο κεφαλάρι – τόσο μαλακά, τόσο προσεκτικά… σαν να προσπαθεί να μη το καταλάβω.
Δεν ξέρω αν πέρασαν λεπτά ή ώρες. Τελικά με βρήκε το φως της αυγής, εξαντλημένο, να τρέμω και να κοιτάζω την πόρτα. Δεν την ξανάνοιξα εκείνη τη μέρα. Κι από τότε, δεν ξανακοίταξα ποτέ το ίδιο εκείνο το μέρος.
Αυτή την ιστορία μας την έστειλε ο Αντώνης.
