Η γνώση του διαδικτύου στα μάτια σου!

Τρομακτικές Ιστορίες – Η νύχτα με τη βαριά σκιά στο πατάρι

Εκείνο το βράδυ δεν είχε τίποτα το διαφορετικό. Γύρισα στο σπίτι κατά τις εννιά, λίγο πιο κουρασμένος απ’ ό,τι συνήθως. Ήταν χειμώνας, θυμάμαι, γιατί τα παπλώματα μύριζαν φρέσκο απορρυπαντικό κι εγώ σκεφτόμουν πόσο ανυπομονούσα να χωθώ από κάτω. Τις τελευταίες μέρες δούλευα αργά, κι είχα αυτή τη γνώριμη εξάντληση που κάνει το μυαλό σου να τρέχει, να σκαλώνει στ’ ασήμαντα.

Εκείνη τη νύχτα, ήταν όλα τόσο ήσυχα που ακουγόταν ο θόρυβος απ’ το ψυγείο κουζινάς. Είχα βάλει βραστήρα να φτιάξω μια κούπα χαμομήλι. Με πήρε το μάτι μου η κλεψύδρα στο τραπέζι, σκεφτόμουν πόσο λίγο νερό είχε μείνει μέσα – συνήθως δεν έδινα σημασία. Το ντουλάπι έτριζε κάθε φορά που το άνοιγα, αλλά εκείνη την ώρα, το τρίξιμο μου τρύπησε λίγο περισσότερο τ’ αυτιά.

Έκανα τη ρουτίνα μου αργά. Ξεκλείδωσα τον υπολογιστή, κοίταξα – ασυναίσθητα – τα emails, ένα σωρό ανοησίες· στο φόντο, το ραδιόφωνο έπαιζε σιγανά κάτι παλιό. Κάποια στιγμή, άκουσα μικρά βήματα στο ταβάνι, εκεί που φυλάω τα παλιά κουτιά με τα πράγματα. Δεν φοβήθηκα – το σπίτι είναι παλιό, λέω, θ’ ακούγεται κανένα ζωάκι ή ίσως ο αέρας μέσα στις εσοχές. Όμως, το πατάρι δεν έχει παράθυρα· μπήκα λίγο στον πειρασμό να πάω να δω, αλλά η κούραση με κέρδισε.

Έκατσα με το χαμομήλι στον καναπέ ως αργά. Η τηλεόραση έπαιζε χωρίς φωνή. Σ’ εκείνη την παράξενη σιγή, ακούστηκε ένα χτύπημα, σα μικρό γδούπος, κάτι ανάμεσα σε κραδασμό ξύλου και αντικειμένου που πέφτει μαλακά. Ήταν ακριβώς πάνω απ’ το κεφάλι μου, στο πατάρι. Παρ’όλα αυτά, προσπάθησα να μην το δώσω σημασία. Καμιά τσάντα που έγερνε θα ‘ταν, σκέφτηκα.

Πήγα στο υπνοδωμάτιο και ξάπλωσα. Έκλεισα φώτα. Ήταν ένα εκείνο το απόλυτο σκοτάδι, όχι μαύρο, μα με εκείνη τη μπλε-γκρι απόχρωση που αφήνει ο φωτισμός του δρόμου. Πίσω από τη γυάλινη κουρτίνα το φως ήταν σχεδόν σα φάντασμα.

Τότε έκανε πάλι ένα θόρυβο – πιο παράξενο αυτή τη φορά. Δεν ήταν χτύπος, ήταν περισσότερο κάτι σα συρσίματα, κι αμέσως μετά ένιωσα σα να άλλαξε ο αέρας στο δωμάτιο. Αν είχατε ποτέ αυτό το αίσθημα, όταν κάποιος σας παρακολουθεί, θα καταλαβαίνατε.

Δεν αντέδρασα αμέσως. Πίεζα τον εαυτό μου να πιστέψει πως όλα είναι φυσιολογικά. Εισέπνευσα, προσπάθησα να χαλαρώσω, μα όταν γύρισα πλάτη στο τοίχο, ένιωσα κάτι σαν ρίγος μέσα στη ραχοκοκαλιά μου. Κάποιος – ή κάτι – βρισκόταν εκεί. Δεν άκουγα τίποτα, αλλά η σιωπή είχε ένα βάρος, τόσο που δυσκολευόμουν ν’ αναπνεύσω. Άγγιξα αθόρυβα το κομοδίνο, έψαξα τον διακόπτη του φωτιστικού, αλλά δεν τόλμησα να το ανάψω. Περίμενα.

Τα ρολόγια της γειτονιάς χτύπησαν τρεις φορές από μακριά. Εκείνη ακριβώς τη στιγμή, άκουσα το τρίξιμο της κεντρικής πόρτας, σα κάποιο χέρι να γλύστρησε αργά κατά μήκος του ξύλου. Ήταν αδύνατον – την είχα κλειδώσει διπλά. Με το φως του δρόμου είδα για λίγες στιγμές κάτι περίεργο, μια ελαφρά σκιά να κινείται, ν’ απλώνεται απ’ τη γωνία του διαδρόμου προς το υπνοδωμάτιο. Ήταν σαν τις σκιές που φτιάχνει ο αέρας με τα κλαδιά, αλλά αυτή η σκιά ήταν πολύ… ήσυχη, πολύ “βαριά”. Δεν είχε σχήμα, δεν είχε πρόσωπο· μόνο μια αμπαλαρισμένη σιγή που χώριζε τον αέρα στα δύο.

Έμεινα ακίνητος. Δεν μ’ έβλεπε, αλλά ήξερα ότι ήξερε πως ήμουν εκεί. Η σκιά σταμάτησε λίγα βήματα πιο πέρα. Ούτε το φως της λάμπας του δρόμου δεν τη διέλυε. Άκουγα την ανάσα μου, γρήγορη, σα να ήμουν άρρωστος. Κάθε τόσο, η σκιά σαν να “έτσουζε” τον χώρο, να βυθιζόταν στο πάτωμα, να πέρναγε από τοίχο σε τοίχο χωρίς θόρυβο. Έκλεισα τα μάτια. Σκέφτηκα να σηκωθώ, να τρέξω, μα κάτι – κυριολεκτικά κάτι – μ’ έπιασε από τη φωνή: δεν μπορούσα να φωνάξω, τα χείλη κολλημένα, ούτε μια κραυγή.

Δεν ξέρω αν κράτησε λεπτό ή ώρα, αλλά σα να απέκτησε, ξαφνικά, κρύο ο αέρας. Η ανάσα μου ασπριζε μπροστά μου. Νόμιζα ότι έφτιαχνε λέξεις στον αέρα, κάποια γράμματα που δεν καταλάβαινα – σαν ανάποδα. Ένιωθα πίεση στο στήθος· σαν να είχα παγιδευτεί, αν και βρισκόμουν στην κρεβατοκάμαρά μου.

Ξαφνικά, μ’ έναν ήχο μαλακό, σχεδόν ανύπαρκτο, η σκιά κινήθηκε προς το μέρος μου. Ένιωσα το κρεβάτι, βούλιαξε λίγο στο πλάι, χωρίς να δω τίποτα. Κι ύστερα, με την άκρη του ματιού μου, διέκρινα στην απέναντι ντουλάπα μια αντανάκλαση – σαν κάτι να είχε σταθεί στη γωνία, παγωμένο, ακίνητο… και κοίταζε.

Δεν θυμάμαι πως πέρασε η νύχτα, αν κοιμήθηκα καθόλου ή αν πέρασε απλώς το σκοτάδι. Το πρωί, όλα ήταν στη θέση τους· κι όμως κάτι είχε αλλάξει. Στη μαρμάρινη επιφάνεια της κομοδίνας, βρήκα τέσσερις μικρές, υγρές πατημασιές. Ούτε γάτα, ούτε άνθρωπος, ούτε τίποτα που να γνωρίζω δεν θα άφηνε τέτοια σημάδια – μικροσκοπικά, αόριστα, φευγαλέα.

Δεν είπα τίποτα σε κανέναν. Δεν άλλαξα σπίτι, δεν προσευχήθηκα. Αλλά, από τότε, δεν ξανακοίταξα ποτέ το ίδιο εκείνο το μέρος.

Αυτή την ιστορία μας την έστειλε η Μαριλένα.

You might also like