Τρομακτικές Ιστορίες – Η μυρωδιά στο διάδρομο και το χαλί που σέρνεται
Δεν μπορώ να πω ότι ήμουν ποτέ προληπτικός. Για χρόνια γελούσα με τους φίλους μου, όταν έβαζαν παλιά παπούτσια πίσω απ’ την πόρτα για το κακό μάτι, ή όταν μου έλεγαν να μη σφυρίζω βράδυ. Τα μεγαλύτερα άγχη μου ήταν πάντα πρακτικά: η δουλειά, το νοίκι, τα χρέη. Άντε, και το αν θα με πάρει ο ύπνος στο πρώτο ξυπνητήρι.
Εκείνο το φθινοπωρινό απόγευμα, λοιπόν, όταν γύρισα σπίτι κατάκοπος απ’ τη δουλειά, δεν ήθελα τίποτα άλλο παρά να ξαπλώσω. Ο ήλιος είχε σχεδόν χαθεί, από τα ρολά έμπαινε εκείνο το περίεργο μισοφέγγαρο φως. Το μόνο που με διέκοψε απ’ τη ρουτίνα ήταν μια παράξενη, γλυκιά μυρωδιά – σαν καμένο μέλι μαζί με σάπια φρούτα. Σκέφτηκα μήπως άφησα σκουπίδια στη σακούλα παραπάνω μέρες, ή αν ξέχασα κάτι στο φούρνο. Η κουζίνα όμως ήταν πεντακάθαρη.
Κοντοστάθηκα λίγο στο διάδρομο, γιατί ένιωθα έναν αέρα να περνάει, κι ας ήτανε όλα τα παράθυρα κλειστά. Δεν έδωσα σημασία τότε – σκέφτηκα ότι κουράστηκα τόσο, που ακόμα και τα ρεύματα τα φαντάζομαι. Έβγαλα τα παπούτσια μου, τα παράτησα δίπλα στο χαλί και πήγα να βάλω λίγο νερό να ζεσταθεί για τσάι.
Όμως, καθώς ξεκίνησα για το δωμάτιο, ένιωσα εκείνη τη μυρωδιά πάλι, πιο έντονη αυτή τη φορά. Μπήκα και ʼψαξα στις γωνίες μήπως είχε ξεχαστεί κανένα ψοφίμι, ή είχε πέσει κάποιο κομμάτι φαγητό κάτω απ’ το κρεβάτι – τίποτα.
Όσο περνούσε η ώρα, όλα έμοιαζαν να βγαίνουν λίγο εκτός θέσης. Το ψυγείο έκανε ήχους που δεν είχα ξανακούσει, ο θερμοσίφωνας πήρε μπρος με έναν μεταλλικό βόμβο εντελώς νέο. Έβαλα το τσάι – αλλά όταν το έπιασα να πιω, είχε ήδη κρυώσει αισθητά, λες και περίμενε πολλή ώρα. Δεν ασχολήθηκα. Σκέφτηκα να ξαπλώσω λίγο στο κρεβάτι.
Ύστερα άρχισαν οι σκιές. Δεν ήταν αυτές οι κανονικές, που ξέρεις ακριβώς από πού έρχονται όταν περνάει ένα αμάξι από κάτω. Τούτες πήγαιναν άλλες φορές πιο γρήγορα, άλλες φορές απολύτως στάσιμες, λες και περίμεναν να γυρίσω το κεφάλι μου απ’ την άλλη. Έφταιγε το φως που έμπαινε πλάγια απ’ τα ρολά, έλεγα, κι ας ήταν τελείως διαφορετικό απ’ όλα τα βράδια που πέρασα μόνος εκεί κάποιο φως.
Πήγα να κατεβάσω τα ρολά κι ένιωσα παγωμένο το χερούλι — κατά τρόπο αφύσικο, σαν κάποιος να το είχε βουτήξει στο νερό. Κοίταξα από τη χαραμάδα, κάτω, στο δρόμο. Δεν υπήρχε τίποτα περίεργο, μόνο μια γριά από απέναντι που τάιζε γάτες. Αλλά όταν γύρισα προς το διαμέρισμα, νόμιζα πως όλα είχαν μισή στροφή μετατοπιστεί, σαν να πήγα εγώ μια ανάσα πιο πίσω απ’ τη χρονιά που έπρεπε.
Λίγο μετά, κάνοντας να μπω στο μπάνιο, πρόσεξα στο κάτω μέρος του καθρέφτη μια λεπτή, σκουρόχρωμη γραμμή — κάτι σαν δάκρυ νερού, αλλά πολύ πιο παχύ, που έτρεχε αργά, λες κι έσταζε από το γυαλί προς τα πλακάκια. Πήγα να το σκουπίσω με την παλάμη αλλά, αντί να το καθαρίσω, ήταν σαν νʼ ακουμπάω κάτι κρύο, αόρατο, που τραβήχτηκε από τη μεριά μου προς τα πίσω. Δεν είχα κουράγιο να βάλω φωνή, μόνο έμεινα με την παλάμη στην τσέπη του παντελονιού.
Κατά τις δέκα, έσβησα τα φώτα για να κοιμηθώ, έχοντας την αίσθηση ότι με πνίγει η υγρασία — ένα βάρος. Ήμουν ξαπλωμένος, αλλά κάθε φορά που έκλεινα τα μάτια μου, έβλεπα ένα ξένο πρόσωπο μέσα στο διαμέρισμα να στέκεται ακίνητο, πάντα στην άκρη της κουζίνας, προς το τραπέζι. Δεν ήταν καθόλου ξεκάθαρο — μια σκιά παραπάνω από τις άλλες, ωστόσο ήξερα ότι ήταν εκεί κι ότι με κοιτούσε. Όποτε άνοιγα τα μάτια, φυσικά, τίποτα.
Μια στιγμή πρέπει να μ’ είχε πάρει ο ύπνος, γιατί πετάχτηκα από έναν απότομο ήχο — κάτι έπεσε στο πάτωμα της κουζίνας, κάτι μεταλλικό, σαν πιρούνι. Πήγα με τη φούτερ ριγμένη πάνω μου, χωρίς να ανάψω φως. Έσκυψα, κοίταξα κάτω απʼ το τραπέζι – τίποτα. Αλλά, μόλις στάθηκα πάλι όρθιος, είδα εκεί στο γυάλινο ντουλάπι του διαδρόμου, ένα κάτι – σαν γρατζουνιά, έτσι όπως γελούσε το μισοφέγγαρο φως από το παράθυρο. Έβαλα το αυτί μου να ακούσω αν ήταν αέρας. Τότε άρχισαν οι ήχοι. Από το ταβάνι – τριξίματα, αλλά σε ρυθμό με ανάσες. Μια φορά, δύο, τρεις, πάντα περίπου στα δύο δευτερόλεπτα.
Γύρισα αθόρυβα στο δωμάτιο και σύρθηκα πάλι κάτω από το σεντόνι. Περίμενα. Η ανάσα συνεχιζόταν ψηλά στο ταβάνι. Κάποια στιγμή, έφυγε – και τότε, ξεκίνησε ένας άλλος ήχος: σταγόνες νερού από το μπάνιο, αργές στην αρχή, μετά πυκνότερες, καμιά φορά σταματούσαν. Πήρα το κινητό στο χέρι: πήγε δύο παρά. Χάιδεψα βιαστικά την οθόνη, να δω πόση ώρα ακόμα μέχρι να ξημερώσει.
Δεν ξέρω πόσοι το έχετε νιώσει αυτό, αλλά είναι σαν να σου τρέχει παγωμένο νερό στα πλευρά – να μην αντέχεις, αλλά να λες «μην τρελαθώ», να προσπαθείς να στηριχτείς στη λογική, ενώ κάθε λεπτό που περνάει η λογική σου τρέχει και κρύβεται.
Σηκώθηκα, περπάτησα ως το μπαλκόνι. Η πολυκατοικία απλωμένη βουβή. Ένα διαμέρισμα στα δεξιά είχε ανοιχτό φως. Νόμιζα πως είδα μια γυναίκα να στέκεται ακίνητη στη σκιά – ίσως η σιλουέτα να ήταν καλυμμένη μέσα στα σκούρα, ή το φως να τη ζωγράφιζε έτσι, χωρίς πρόσωπο. Έσφιξα τα χέρια στο κάγκελο, κι όταν γύρισα πίσω… άκουσα ένα τράβηγμα – σαν κάποιος να σέρνει βαρύ υφασμάτινο χαλί στο ξύλινο διάδρομο.
Δεν τόλμησα να μπω ξανά στον διάδρομο εκείνο το βράδυ. Έμεινα όρθιος σχεδόν ως το πρωί, να κοιτάζω έξω στο δρόμο, να σβήνω ώρα-ώρα τα φώτα γύρω μου, να σιγουρευτώ ότι ήμουν μόνος. Και από τότε η μυρωδιά δεν φεύγει. Κάθε βράδυ, όταν γυρίζω το κλειδί στην πόρτα, με περιμένει εκεί. Η γριά απέναντι εξαφανίστηκε, λένε ότι μπήκε σε ίδρυμα. Αλλά εγώ κάθε βράδυ, όταν πέφτει ησυχία, ακούω το χαλί να σέρνεται στο διάδρομο.
Αυτή την ιστορία μας την έστειλε ο Μάριος.
