Τρομακτικές Ιστορίες – Η αποθήκη στον Βύρωνα
Δεν ήμουν ποτέ απ’ αυτούς που φοβούνται εύκολα. Αυτό λέω πάντα στον εαυτό μου τουλάχιστον — και αν με ρωτούσες πριν από τρία χρόνια, θα το έλεγα και σε σένα γελώντας. Ζούσα τότε μόνος σ’ ένα διαμέρισμα στον Βύρωνα, ισόγειο, παλιό αλλά περιποιημένο. Δουλειά, σπίτι, βόλτα τον ήσυχο σκύλο μου, τον Πικάσο, σούπερ μάρκετ, άντε και κανένα καφεδάκι τις Κυριακές. Τα πράγματα άλλαξαν την περίοδο που άρχισα να βλέπω αυτά τα μικρά, παράλογα πράγματα που δεν ταίριαζαν.
Όλα ξεκίνησαν ένα Σάββατο απόγευμα. Είχα γυρίσει από ψώνια, είχα βάλει το πλυντήριο και είχα αφήσει ανοιχτό το παράθυρο της κουζίνας, να μπει λίγο αέρας. Η πολυκατοικία εκείνη είχε πίσω αυλή, μην φανταστείς τίποτα σπουδαίο — χώμα, μερικά γλαστράκια, σκουριασμένα παλιά εργαλεία. Ήξερα κάθε πράγμα εκεί πίσω, γιατί ο διαχειριστής όλο μου έλεγε να προσέχω αν μπαίνει κανένας. Εκείνο το απόγευμα λοιπόν, καθώς έβγαζα τον Πικάσο βόλτα και τσέκαρα τη σακούλα των σκουπιδιών στην αυλή, είδα κάτι περίεργο: Ένα ζευγάρι παπούτσια. Σανδάλια παλιά, βρώμικα, νούμερο πολύ μεγαλύτερο από το δικό μου. Δεν τα είχα ξαναδεί.
Με ενόχλησε λίγο η ιδέα ότι ίσως μπήκε κανείς στην αυλή. Το ανέφερα στην κυρία Νίκη που μένει από πάνω — «Δικά σου είναι;» ρώτησα με αστείο ύφος. «Όχι παιδί μου,» είπε λίγο ταραγμένη, «Εγώ δεν βγαίνω καν εκεί πίσω…» Το βράδυ, τα σανδάλια είχαν εξαφανιστεί.
Ξέχασα το θέμα για λίγες μέρες, αν και κάτι με έτρωγε. Μέχρι που άρχισαν τα μικρά, ανεξήγητα. Ένα βράδυ βρήκα την πόρτα του μπάνιου ανοιχτή. Δεν τη θυμόμουν έτσι — συνηθίζω να την κλείνω γιατί ο Πικάσο πειράζει τον κάδο. Άλλο βράδυ, ένιωσα έναν ανεπαίσθητο αέρα να περνάει από το διάδρομο, παρότι τα παράθυρα ήταν κλειστά. Κάθε φορά που στεκόμουν στην κουζίνα, ένιωθα σα να με παρακολουθούν από πίσω. Ο Πικάσο, που συνήθως ξάπλωνε ήσυχος, στεκόταν συχνά απέναντι στη σκοτεινή πόρτα της αποθήκης σιωπηλός, με τ’ αυτιά σηκωμένα.
Αρχικά, δεν έδωσα σημασία. Το έριξα στη φαντασία και τα νεύρα. Μέχρι που, ένα βράδυ καθημερινής, λίγο πριν κοιμηθώ, ακούστηκε κάτι. Υποτίθεται πως στην πολυκατοικία ήμουν μόνος — οι άλλοι πάνω είχαν φύγει. Από εκείνο το μικρό δωμάτιο της αποθήκης, πίσω από την κουζίνα, ακούστηκε ένα σκρατς, κάτι σαν χαμηλό ξύσιμο στο πάτωμα. Ο Πικάσο αμέσως σηκώθηκε κι έγλειψε τα χείλια του νευρικά, κάτι που κάνει μόνο όταν ακούει αληθινά παράξενο ήχο.
Πλησίασα προσεκτικά. Η πόρτα έκλεινε άσχημα, άφηνε πάντα μια χαραμάδα απ’ όπου έμπαινε σκοτάδι στο φως της κουζίνας. Άπλωσα το χέρι να ανοίξω και, ακριβώς εκείνη τη στιγμή… ακούστηκε κάτι σαν ψίθυρος, μια φράση — τόσο σιγανή που δεν την έπιασα. Κάπου στο όριο της ακοής. Χαμογέλασα, «Στην ιδέα μου είναι». Κι όμως, ο σκύλος είχε κολλήσει τα μάτια εκεί.
Άνοιξα, σάρωσα το χώρο με το φακό του κινητού — τίποτα. Μόνο κάτι σα μπαλωμένες παλιές εφημερίδες στο πάτωμα. Έκλεισα, έβαλα αστεία μουσική μπας και σπάσει ο πάγος στη σκέψη μου. Ώσπου, τα επόμενα βράδια, συνέβη και πάλι· το ξύσιμο, πάλι αργά, πάνω στην ώρα που έσβηνα φώτα. Μια φορά βρήκα την πόρτα της κουζίνας ξεριζωμένη από τα πάνω μεντεσέδια, λες και κάποιος κρεμόταν πάνω της — μα δεν είχε γίνει σεισμός, δεν είχε περάσει κανείς.
Ένα βράδυ, γύρισα σπίτι αργά από τη δουλειά. Ήταν βροχερό, η πολυκατοικία βούιζε απ’ τα νερά στη σκάλα. Μπήκα, έκλεισα τη φωτεινή πόρτα μου, κι αμέσως ένιωσα μια αποπνικτική μυρωδιά υγρασίας, παράξενη, ξένη. Ο Πικάσο με περίμενε να του ανοίξω να βγει — αλλά δίστασε για πρώτη φορά, δεν προχώρεσε στο διάδρομο. Τον τράβηξα απαλά, και τότε ακούστηκε ένα πολύ χαμηλό, σφυριχτό χτύπημα, από το πίσω μέρος της αποθήκης. Ένα, δυο, παύση — και ξανά. Κάθισα για λίγο σε απόλυτη ησυχία, μόνο το βουητό της βροχής απ’ έξω ακουγόταν και αυτό το σφυριχτό, αραιό, ανεπαίσθητο ήχο. Δεν τόλμησα να ανοίξω αυτή τη φορά.
Εκείνο το ίδιο βράδυ, ενώ είχα ξαπλώσει στο κρεβάτι, πάσχιζα να κοιμηθώ. Άκουγα μόνο τον αέρα στην υγρασία και το λουρί του Πικάσο να χτυπά στο πόμολο. Τότε το δωμάτιο φάνηκε να κρυώνει απότομα, λες και πέρασε ρεύμα. Κάπου εκεί ένιωσα πως το στρώμα θαμπώνει, και ταυτόχρονα κάτι σαν ανάσα ακούστηκε από το σαλόνι — απλή, μισοπνιγμένη, ρυθμική. Σηκώθηκα και στάθηκα ακίνητος στο όριο του διαδρόμου. Τίποτα, μόνο η λάμπα απέναντι τρεμόπαιζε. Στο βάθος, η πόρτα της αποθήκης μισάνοιχτη, κι από μέσα ακουγόταν αυτός ο ήχος, ξανά και ξανά — το ίδιο σφυριχτό χτύπημα. Έφερα στο μυαλό μου τη μαυρίλα πίσω της, τον απρόσωπο χώρο που δεν θυμάσαι ποτέ καλά.
Από εκείνο το βράδυ η αποθήκη άλλαξε για μένα χρώμα. Τη μέρα, όλα έμοιαζαν φυσιολογικά, αλλά στο ημίφως όταν έπεφτα να κοιμηθώ, ένιωθα κάθε μέτρο της απόστασης από το κρεβάτι μου ως την πόρτα της. Είχα πάντα την αίσθηση πως κάποιος πλησιάζει, πως κάτι θέλει αλλά ποτέ δεν βγαίνει πραγματικά. Ο Πικάσο έπαψε να πλησιάζει το μέρος. Εγώ σταμάτησα να ανοίγω, αρκούμουν να σπρώχνω τη σκούπα από μακριά ν’ ακουμπήσω την πόρτα.
Μια νύχτα, σχεδόν ξημέρωμα, άκουσα πάλι τη φωνή, σύρριζα, αμυδρή, να λέει το όνομά μου. Έσβησα όλα τα φώτα και κάθισα στην κουζίνα με το σκύλο στην αγκαλιά. Οι ώρες πέρασαν βαριά, και όταν ξημέρωσε, έφυγα για τη δουλειά χωρίς να γυρίσω καν το βλέμμα πίσω.
Μετά απ’ αυτό, κάθε τόσο ακούω ακόμα αυτό το σφυριχτό χτύπημα, ακόμα κι όταν αλλάξαμε διαμέρισμα. Δεν ξανακοίταξα ποτέ το ίδιο εκείνο μέρος.
Αυτή την ιστορία μας την έστειλε ο Νικόλας.
