Η γνώση του διαδικτύου στα μάτια σου!

Ιστορίες Εκδικήσης – Η σιωπηλή τιμωρία του Βασίλη στην καφετέρια του Περιστερίου

Θυμάμαι μια ιστορία που δεν την έχω πει σε κανέναν, ούτε καν σε πολύ κοντινούς μου. Είναι από εκείνα τα “κουμπωμένα” βιώματα που τα καταπίνεις, αλλά δουλεύουν από μέσα σου, σε τρώνε σιγά-σιγά μέχρι να γίνουν άλλοι άνθρωποι ή μέχρι να ψήσεις πως πρέπει να κάνεις κάτι για να βγουν στο φως.

Όλα έγιναν πριν πέντε-έξι χρόνια, τότε που δούλευα στην οικογενειακή καφετέρια στο Περιστέρι. Ήμουν στα είκοσι οκτώ μου, η φουρτούνα της κρίσης είχε πέσει για τα καλά, μα εγώ ήλπιζα. Ημασταν ένα μαγαζάκι τίμιο, ούτε χλιδές ούτε φανφάρες, αλλά είχαμε την πελατεία μας και κάποια στιγμή, καθώς μεγαλώναμε, βρήκα τον Βασίλη – αυτός είναι ο πρωταγωνιστής απέναντί μου στην ίντριγκα. Φίλος παιδικός δήθεν, γνωριμία από εκείνες “που είμαστε οικογένεια”, κλασικά πράγματα.

Ο Βασίλης έλεγε πως μπορεί να βοηθήσει να πάρουμε παραπάνω δουλειές για κέτερινγκ, λέει, για εκδηλώσεις, γιατί είχε γνωριμίες στην αγορά. Τον έβαλα με πλήρη εμπιστοσύνη – έτσι ήταν, δεν το ‘ψαχνες παραπάνω με τον δικό σου άνθρωπο απ’ τη γειτονιά. Αλλά βλέπεις, όσο ξέχυναμε καφέδες και καθαρίζαμε τραπέζια, αυτός μιλούσε στα τηλέφωνα πίσω από τα ψυγεία και καμώνόταν πως δουλεύει υπέρ μας.

Αυτά έβλεπα, αλλά τα έβαζα κάτω από το χαλί. Πίσω από κάθε ματιά, κάτι “έτρεχε” όμως. Γέλια με τους άλλους υπαλλήλους, πλαγιαστές κουβέντες. Πήγε κι έδωσε δικά μας τιμολόγια σε άλλον ανταγωνιστή. Κι είχε το θράσος να κλείνει και εκδηλώσεις, πλάγια, με καλύτερες τιμές, και μετά να δίνει δουλειά στο παραδίπλα μαγαζί – τον δικό του άνθρωπο! Εμείς μαθαίναμε στο τέλος, από πελάτες που ψιθύριζαν. Αλλά εγώ είχα συνηθίσει στη σιωπή – δαγκωνόμουν, δεν έλεγα. Δούλευα κι έβραζα.

Γι’ αυτό σας λέω – η προδοσία δεν είναι στιγμιαία, είναι κάτι που χτίζεται σιγά-σιγά, με υπομονή, σαν το δηλητήριο. Κάθε μήνα που έβλεπα τον τζίρο να πέφτει ενώ “κάτι δεν πάει καλά”, το ένιωθα πιο πολύ. Δεν ήθελα να το πιστέψω και δεν το μοιράστηκα με κάναν. Τον άφηνα να κινείται άνετα, τον εξυπηρετούσα κι από πάνω, και κάποιες στιγμές τον συμπονιούσα κιόλας.

Πέρασε καιρός έτσι. Έβαλα μια φορά την αδερφή μου να ρωτήσει διακριτικά τους πελάτες όταν χάσαμε ένα μεγάλο event. Τότε έμαθα όλη την αλήθεια – ότι είχαν πει πως “ένας τύπος από το μαγαζί, με κοτσίδα” (ο Βασίλης είχε), τους είπε να πάνε αλλού, τους έκλεισε μάλιστα συμφέρουσα τιμή και τους έσειρε εκεί. Μου βγήκε όλη η κοροϊδία στη φόρα με λίγα λόγια. Μα αντί να ξεσπάσω, να τον πετάξω από την πλαϊνή πόρτα, κοκάλωσα. Έκατσα σ’ εκείνο το σκαμπό της μπάρας και σκέφτηκα: “Ξέρεις πόσοι το ‘χουν φάει αυτό και το πήγαν παρακάτω;”

Από εκεί ξεκίνησε η εκδίκησή μου. Όχι με φωνές, όχι με φασαρίες – σιωπή και στρατηγική. Ήξερα πλέον πως ο τύπος έκανε και τσαλιμάκια στους προμηθευτές, τους έταζε μπόνους αν περνούσαν τα εμπορεύματα πρώτα από το “δικό” μας μαγαζί και μετά από του ανταγωνιστή, κι έτσι είχε κομμίσει όφελος και από κει.

Ήθελε δίκτυο, γι’ αυτό πήγαινε σιγά, όχι γρήγορα – τον έβλεπα πώς στήνει τη μαγκιά του. Απ’ τον άνθρωπο που μου ψιλοέσωσε το μαγαζί με σπασμένα τιμολόγια, μέχρι τον ταχυδρόμο που άκουγε κάθε τι. Εγώ έκανα ότι δεν καταλαβαίνω, χαμογελούσα μπροστά του, του έδινα και πρίμα σε μερικά πόστα για να νιώθει ασφαλής – του έστρωνα το δρόμο για πιο πολλά λάθη.

Μαζεύω στοιχεία, σιγά-σιγά. Κάθε email που πήγαινε “κατά λάθος” αλλού, κάθε μήνυμα του WhatsApp που έβλεπα, κάθε τιμολόγιο που είχε περίεργη μυρωδιά. Όλα τα έβαζα σαν χάντρες σε μια κλωστή στο μυαλό μου. Δεν ξέρω πώς άντεξα τόσον καιρό, ίσως γιατί ήθελα να είναι όλα καθαρά όταν φτάσει η ώρα.

Ήρθαν τα Χριστούγεννα, το μαγαζί να βουλιάζει, κι ο Βασίλης πλανόδιος “σωτήρας” να βοηθάει, και καλά, να κρατάει τις ισορροπίες με τους προμηθευτές, αλλά πια είχα όλα τα χαρτιά στα χέρια μου. Είχα φτιάξει ένα πολύ ήρεμο, νοικοκυρεμένο ντοσιέ: συνομιλίες, τιμές, αποδείξεις. Κι ήρθε η ώρα – δεν το ήξερε κανείς, ούτε η ίδια μου η μάνα.

Δεν έκανα φασαρία. Μία Δευτέρα, όταν ήταν ολιγοστός ο κόσμος στο μαγαζί, του είπα να κάτσουμε πέντε λεπτά “να πιούμε έναν καφέ να τα πούμε σαν άντρες”, έτσι ακριβώς. Του τα άπλωσα όλα, ήρεμα, χωρίς φωνές. Τα μάτια του κουνήθηκαν λίγο – δεν περίμενε τόση ησυχία. Κι εγώ του είπα, χωρίς παραμικρή ένταση, πως αν δεν φύγει μόνος του τώρα, όλη η γειτονιά, όλη η αγορά και όλοι οι προμηθευτές – μαζί με χαρτιά που δεν μπορεί να αρνηθεί – θα μάθουν τι έκανε. Με πήρε λίγο παραπάνω να το πω, αλλά δε λύγισα.

Τον άφησα να διαλέξει μόνος – να φύγει ή να γίνει “βούκινο”. Τίποτα παραπάνω, ούτε φωνές ούτε καυγάς. Το πρόσωπό του άλλαξε, ξεγυμνώθηκε εκείνη τη στιγμή – μόλις έχασε τον έλεγχο, τη μάσκα, και φάνηκε αμήχανος, κάτι σαν μικρό παιδάκι που το τσάκωσαν να αντιγράφει. Το πήρε ήσυχα, μάζεψε τα πράγματά του, κι από τότε δεν τον ξαναείδα ποτέ. Οι πελάτες που σέρβιρε δεν τον ξαναζήτησαν, η αγορά ανέκτησε εμπιστοσύνη και η περηφάνια μου ξαναγύρισε – και στους δικούς μου και στον εαυτό μου.

Η ικανοποίηση δεν ήταν τόσο μεγάλη όσο φανταζόμουν όταν το σχεδίαζα, αλλά ήταν παράξενη. Δεν είπα τίποτα σε κανέναν, ούτε στα παιδιά που δουλεύανε μετά. Το μόνο που έμεινε ήταν η ησυχία, και εκείνη η γνώση πως όταν πρέπει, μπορείς κι εσύ να προστατευτείς, ακόμα και χωρίς να φωνάξεις.

Αυτή την ιστορία μας την έστειλε ο Μανώλης.

You might also like