Serfare.com - Ερωτικές, Τρομακτικές, Οικογενειακές, Tifu, Aita Ιστορίες

Ιστορίες Εκδικήσης – Η σιωπηλή ανατροπή στο διαφημιστικό γραφείο του Μιχάλη

Δεν ξέρω πώς να ξεκινήσω ακριβώς, ίσως γιατί ακόμα αυτό που συνέβη με τρώει από μέσα μου, κι ας έχουν περάσει χρόνια. Ήταν μια ιστορία με πάγκο, καφέδες, κάτι κουρασμένες καλημέρες και πολύ εγωισμό. Γιατί καμιά φορά ο χειρότερος άνθρωπος που θα σε πατήσει, δεν είναι ούτε εχθρός, ούτε κάποιος ξένος – είναι εκείνος που γελάει πλάι σου στα διαλείμματα και μιλάει με τους άλλους για “ομαδικότητα” και “σεβασμό”.

Ας τα πιάσω από την αρχή. Δούλευα σε εκείνο το πρακτορείο διαφημιστικών στο Παγκράτι, γύρω στο 2016-2017. Κλασική open office, μισή ώρα στην ουρά για τον καφέ, σκυμμένα κεφάλια σε οθόνες. Εκεί ήταν και η Δήμητρα – η “υπεύθυνη ομάδας”. Είχε αυτό το μειδίαμα στο πρόσωπο, ξέρετε, ένα χαμόγελο που λες “ρε συ, είναι στ’ αλήθεια χαρούμενη ή με δουλεύει;”. Ε, τελικά με δούλευε.

Στην αρχή μ’ έβαλε κάτω από τα φτερά της, να “με μάθει”, έλεγε. Μου ‘δινε τα δύσκολα, τα άχαρα, τα “σουτ” των άλλων και μου ‘λεγε “για να σκληρύνεις”. Εγώ, από σεβασμό και ανάγκη για τη δουλειά, τα κατάπινα όλα: καθυστερημένες παρουσιάσεις που έφταιγε αυτή, πρόχειρα brief που έπρεπε να τα φέρω στα ίσα εγώ. Τα πρωινά, πριν ανοίξει καν το γραφείο, έστελνα reports να είναι έτοιμα. Μέχρι και τηλέφωνα απαντούσα στο γραφείο της. Όλα “για την ομάδα”, μου έλεγε.

Ένα βράδυ, δυο βδομάδες μετά την προθεσμία για μια μεγάλη καμπάνια, με φώναξε – “Να μιλήσουμε… Αλλά χαλαρά, να μην ανησυχείς” (τις ψευτοπαρηγοριές ποτέ δεν τις συμπάθησα). Και μου έριξε στο τραπέζι, σε ένα PowerPoint γεμάτο λάθη, πως “υπάρχουν παράπονα για την απόδοσή σου”. Τα παράπονα, τάχα μου, ήταν “ανώνυμα feedback” από “ανώτατους”. Όλα στραβά χρεώνονταν σε εμένα: η αργοπορία, τα μπερδέματα, η κακή συνεννόηση. Σαν να έπαιζα μονότερμα απέναντι σε ολόκληρη ομάδα, κι αυτή, δίπλα μου κιόλας, ήταν ο διαιτητής. Τότε πήρα χαμπάρι ότι το είχε στήσει για να διώξει εμένα και να κρατήσει τον παιδικό της φίλο που ήθελε απ’ το τμήμα της.

Εκεί, λοιπόν, κάπου μέσα μου έσπασε ένα κομμάτι. Πρώτη φορά σκέφτηκα στα σοβαρά να πάρω εκδίκηση. Δεν ήθελα σκηνές, φωνές, τίποτα. Μόνο να βγει η αλήθεια χωρίς φασαρία. Δεν είπα τίποτα. Δε λογομάχησα. Έδειχνα ήρεμος, ψύχραιμος. Φαινόμουν σχεδόν υπάκουος, όταν στη δουλειά έλεγαν το όνομά μου με δυσπιστία. Μέσα μου, άναβε φωτιά.

Πέρασε κάνας μήνας μ’ αυτή την ατμόσφαιρα. Εκείνη ενθαρρυνόταν, γιατί νόμιζε ότι θα τα παρατήσω μόνος μου. Εγώ μάζευα στοιχεία. Παλιά email, συνομιλίες στο slack, όλα όσα αποδείκνυαν ποιος έκανε πραγματικά τι και πότε. Όταν μου ‘δινε δουλειές της Δήμητρα, τις έπαιρνα αλλά ζητούσα επιβεβαίωση με email – “σύμφωνα με τις οδηγίες σας”. Σε συναντήσεις έκανα ερωτήσεις-παγίδες. Έβλεπα τα πρόσωπα γύρω μου, μετρούσα τις σιωπές. Έμαθα ποιοι βλέπανε τι γίνεται και ποιοι γύρισαν την πλάτη. Βλέπετε, στο γραφείο, όλα μαθαίνονται, μόνο που σπάνια λέγονται.

Έπιασα και κουβέντες με δυο από τους υπόλοιπους της ομάδας, εκείνους που ήταν παλιοί και πικραμένοι, που είχαν δείξει μια μικρή αλληλεγγύη. Μου άφηναν σιγά-σιγά μικρές αποδείξεις – ένα forwarded mail, μια screenshot, ένα calendar που άλλαζε τελευταία στιγμή. Κανείς δεν έκανε το μεγάλο βήμα, μα ο καθένας κουβαλούσε λίγες πικρές αλήθειες. Τη στιγμή που τις μάζεψα, κατάλαβα ότι μπορούσα να προχωρήσω.

Όταν κλείστηκε η ετήσια συνάντηση αξιολόγησης με τον διευθυντή, ήξερα πως εκείνη θα με έτοιμο το χαρτί της απόλυσης, σίγουρη πως είχε ήδη “καθαρίσει” μαζί μου. Κι όταν ήρθε η ώρα, άργησα μισή ώρα κιόλας – όχι από φόβο, από ησυχία. Μπήκα στο γραφείο και κάθισα ήρεμα, χωρίς πολλά πολλά. Ο διευθυντής μίλαγε γενικά, τυπικές κουβέντες, δεν ήθελε φασαρίες μπροστά της. Τότε, με μια ήρεμη φωνή, του ζήτησα να διαβάσει μαζί μου κάποια μηνύματα και ημερολογιακές εγγραφές. “Καταλαβαίνω το feedback, αλλά μήπως να δούμε λίγο πώς μοιράστηκαν οι αρμοδιότητες και τα deadline;” πρότεινα, και εκείνη αμέσως θορυβήθηκε, “όχι να μπούμε τώρα σε χαρτιά, ο καθένας ξέρει τι έκανε…”.

Δεν έριξα λάδι στη φωτιά. Μιλούσα χαμηλόφωνα, έδειχνα ένα-ένα τα ντοκουμέντα, όλα από δικό της χέρι και όνομα, με ημερομηνία και ώρα. Στις σιωπές ανάμεσα, ο διευθυντής άρχισε να σκέφτεται. Και καθώς εκείνη ήδη προσπαθούσε να ξεγλιστρήσει με μισόλογα, εγώ δεν απαντούσα με οργή. Άφηνα το βάρος να πέσει από μόνο του.

Δύο μέρες αργότερα, ο διευθυντής – χωρίς θέατρο, χωρίς να το μάθει κανείς άλλος – την κάλεσε στο δικό του γραφείο. Δεν έμαθα ποια ακριβώς η συζήτηση, αλλά την επόμενη εβδομάδα η Δήμητρα βρέθηκε σε “νέα θέση, χωρίς ευθύνη ομάδας”. Η ιστορία τελείωσε χωρίς φωνές, χωρίς φασαρίες και εκδικητικά βλέμματα. Το πρακτορείο έμεινε μούγκα. Το βράδυ που το έμαθα, απλά ξεφύσησα, σαν να ξεφόρτωσα δέκα χρόνια από την πλάτη. Από τότε, έγινα άλλος: δεν άφηνα τίποτα στην τύχη, δεν εμπιστευόμουν χωρίς λόγο.

Δεν πανηγύρισα ποτέ, ούτε άλλους εκατό να μου το ζητούσαν. Μα εκείνη η σιωπηλή βραδιά, με το πρώτο μου χαμόγελο μετά από καιρό, ήταν ό,τι πιο αληθινό ένιωσα σε εκείνο το δύσκολο γραφείο.

Αυτή την ιστορία μας την έστειλε ο Μιχάλης.

You might also like