Serfare.com - Ερωτικές, Τρομακτικές, Οικογενειακές, Tifu, Aita Ιστορίες

Ιστορίες Εκδίκησης – Όταν ο Γιάννης πήρε την καρέκλα μου στη δουλειά

Θυμάμαι σαν τώρα τη μέρα που κατάλαβα πόσο με είχε εκμεταλλευτεί ο Γιάννης. Ίσως κάποιος να πει ότι αυτά συμβαίνουν στις δουλειές, ότι όλοι γλιστράμε, κάνουμε λάθη, αλλά αυτό που έκανε εκείνος δεν ήταν λάθος. Ήταν επιλογή. Ένα σχέδιο προσεκτικό, για καιρό σκεπασμένο καλά κάτω από μια μάσκα χαμόγελου και “φίλε, μαζί τα καταφέραμε”. Εγώ τότε ήμουν σαράντα ενός, δουλεύαμε μαζί σε γραφείο μεταφορών στον Βύρωνα, δεκαοχτώ άτομα σύνολο, όλοι ξέρεις, σε φάση “ποιος θα αντέξει μέχρι να φύγουν οι παραγγελίες”.

Ο Γιάννης είχε έρθει με συστάσεις και από τον πρώτο καιρό με έβλεπε σαν αδερφό του. Το κλασικό, τα τσιγάρα μας, τα αστεία και κάποια μεσημέρια που μοιραζόμασταν το φαγητό. Εγώ ήμουν από τα πρώτα ονόματα, τον είδα λίγο αβέβαιο και του ’δωσα χέρι βοήθειας, του έδειξα τα συστήματα, τις διαδρομές, πώς να γράψει σωστά φορτωτική.

Όλα ωραία σου λέω. Τα Σαββατόβραδα όποτε κατεβαίναμε για μπίρα, ήταν δίπλα μου, και κάθε πρωί ξεκίναγε με χωρατά. Ένα βράδυ θυμάμαι, γύρω στις δέκα, διπλοπαρκαρισμένοι κάπου στα Πετράλωνα, άκουγα μέχρι και τα προσωπικά του. Άνοιγε και μου έλεγε για τη μάνα του, για τη σχέση που δεν άντεχε άλλο.

Βέβαια, όσο περνούσε ο καιρός, τον έβλεπα να κάνει μικρές σαχλαμάρες. Αντί να πληκτρολογήσει νούμερα, έκανε κόπι-πέιστ από παλιές φορτωτικές. Του το είπα. “Πρόσεχε”, του λέω, “εδώ δεν συγχωρούνται τέτοια”. Γέλασε, το ξεπέρασε. Μετά άρχισε να της φέρνει βόλτα με τον αρχιλογιστή, ένα χαμόγελο παραπάνω, μια κουβέντα πιο γλυκιά — τα πρόσεξα αυτά, αλλά τά ‘πνιξα. Ήμουν της άποψης, άσε να κερδίσει κανείς τη θέση του μόνος του.

Ένα μεσημέρι, ενώ έλειπα για να παραδώσω μία παραγγελία σε γραφείο στο Κέντρο, ο προϊστάμενος ήρθε και ψιθύρισε στους διπλανούς μου ότι τη βδομάδα που θα έφευγε ο τομέας του logistics, ο Γιάννης θα έμπαινε επισήμως υπεύθυνος. Εγώ δεν το ήξερα τότε, και όταν γύρισα γύρω στις τέσσερις, παρατήρησα ότι όλοι με κοίταζαν κάπως υπερβολικά κομπλιμεντάρικα, με χτυπούσαν στον ώμο. Το ένιωσα να με πνίγει λίγο αυτό. Την επόμενη μέρα μου ήρθε προσωπικό μέιλ από διευθυντή: αποφάσισαν να με μεταφέρουν σε άλλη εσωτερική υπηρεσία, πιο πίσω, να μην ανακατεύομαι τόσο στην πρώτη γραμμή.

Σπάστηκα, φυσικά. Όλα αυτά στα ξαφνικά, από το πουθενά. Κάποιος είχε ψιθυρίσει για λάθη που έγιναν σε παραγγελίες (ενώ δεν ίσχυαν — όλες εγώ τις έφτιαξα, κι εγώ τις έλεγξα), κάποιος είχε πει σε ανώτερους ότι καθυστερώ, ότι αφήνω τον Γιάννη μόνο του και δεν του εξηγώ τίποτα. Δηλαδή, ο τύπος που ουσιαστικά έπιασε το χέρι μου για να μάθει να δουλεύει, είπε ότι τον σαμποτάρω. Μιλούσαμε για την απόλυτη ειρωνεία. Κι εγώ έμεινα να σπάω το κεφάλι μου τι έκανα λάθος.

Τους επόμενους μήνες ήμουν σκιά του εαυτού μου. Πήγα στη θέση που μου έδωσαν — ούτε λόγος να τα κάνω μούσκεμα. Εκεί κατάλαβα όμως κι εγκαίρθηκα. Άρχισα να προσέχω με λεπτομέρεια τα πάντα: ποιος πότε μιλάει με ποιόν, τι λέγεται, ποιος βάζει ποια υπογραφή. Θέλει πολύ χάζεμα ο άνθρωπος που θέλει να μάθει — εγώ απέκτησα αυτιά και μάτια παντού, όχι γιατί είμαι καχύποπτος γενικά, απλά ήξερα πως, άμα θέλεις να σωθείς, πρέπει πρώτα να καταλάβεις γιατί πνίγηκες.

Ο Γιάννης πια είχε πάρει την καρέκλα — δικό του το γραφείο, δική του η ομάδα. Στην αρχή υπεροπτικός, έλεγε φανταχτερά “εδώ θα βρεις το link”, “φέρε μου τα στοιχεία”, κτλ. Είχα φάει ήδη δύο μαχαιριές, είχα μάθει. Εγώ, ψυχρός, μια καλημέρα, μια καληνύχτα.

Κάποια μέρα, είδα στο δίκτυο ότι ο ίδιος άρχισε να μπάζει στο σύστημα φορτωτικές με μεγάλα κενά, χωρίς τα σωστά στοιχεία. Είχε συνηθίσει να γυρίζει δουλειές όπως παλιά, αλλά πλέον δούλευε μόνος του — κανείς να τον συμμαζέψει. Είχε παραγγελίες που χάνονταν στο σύστημα, πελάτες που περίμεναν επιβεβαίωση και δεν τους απαντούσε. Όμως, κανένας δεν το έβλεπε — αυτός ήταν ο “νέος υπεύθυνος”, η “καινούργια ματιά”.

Στο σημείο αυτό αποφάσισα να δράσω. Όχι εκδίκηση με εκβιασμούς, ούτε μεγάλες δηλώσεις. Σιωπηλά, μεθοδικά. Θα τους έδειχνα αυτό που ήθελαν να μην βλέπουν. Άρχισα να κρατάω αρχείο: screenshots, σημειώσεις με ακριβείς ημερομηνίες, παραγγελίες που έμεναν εκκρεμείς, παραδόσεις που δεν έφτασαν στον πελάτη. Κάθε εβδομάδα, έστελνα διακριτικά, από το μέιλ μου, ενημέρωση στην υπεύθυνη ποιότητας, χωρίς κρίσεις, απλά στοιχεία: “Να ενημερώσω ότι η παραγγελία 6850 ήταν σε εκκρεμότητα 9 μέρες”, “Η παραγγελία 6872 είχε ελλιπή στοιχεία, διορθώθηκαν σήμερα”.

Πέρασαν δύο μήνες και μαζεύτηκε ένα μικρό βουνό δεδομένων. Από κάποιο σημείο και μετά, άρχισαν να χτυπούν καμπανάκια και στα πιο ψηλά στρώματα. Έγινε meeting με όλους τους υπευθύνους. Εγώ ήσυχα στη θέση μου, ούτε βλέμμα δεν έριξα στον Γιάννη. Με φώναξε η υπεύθυνη ποιότητας να εξηγήσω τι εννοούσα. Ήμουν λακωνικός: “Απλά κατέγραψα τα γεγονότα, αυτά βρήκα”.

Ένα-δυο βδομάδες μετά, ο Γιάννης γύριζε με το κεφάλι σκυφτό, προσπαθούσε να συμμαζέψει τα ασυμμάζευτα. Κάποια στιγμή, βλέπω να μαζεύει τα πράγματά του βιαστικά. Σαν να ξύπνησαν όλοι και είδαν πίσω από το προσωπείο.

Δεν θριαμβολόγησα. Δεν είπα τίποτα. Την επομένη, ο προϊστάμενος με φώναξε στο γραφείο, μου είπε πως καλά κάνω και είμαι σχολαστικός, καλό είναι να παρακολουθούμε όλοι τη ροή ομαδικά, κι αν θέλω, να περάσω ξανά να βοηθήσω στη γενική διαχείριση.

Δεν ξέρω αν ήρθε δικαίωση με την κλασική έννοια. Όταν είδα τον Γιάννη να φεύγει, ένιωσα καταρχήν πως άδειαζα. Ένιωθα ότι ξαναέβρισκα τον εαυτό μου, χωρίς να υψώσω φωνή ούτε να πιάσω καβγά.

Όχι, δεν του κράτησα κακία. Αλλά έμαθα να μην αφήνω τον εαυτό μου να γίνεται εύκολος στόχος. Κι αυτό που μαθαίνεις πονάει, αλλά φέρνει κάμποση γλύκα στο τέλος.

Αυτή την ιστορία μας την έστειλε ο Νίκος.

You might also like