Ιστορίες Εκδίκησης – Το ψεύτικο καρφί της Στέλλας και η σιωπηλή δικαίωση του Μιχάλη
Ξέρετε, δεν ξέχασα ποτέ εκείνο το βράδυ του Νοέμβρη που όλα άρχισαν. Μπορεί να πέρασαν χρόνια – πάνω από δέκα τώρα – αλλά η ανάμνηση είναι ακόμα ζωντανή, σαν μώλωπας που έχει σβήσει το χρώμα του αλλά κάθεται βαριά στο ίδιο σημείο. Τότε ήμουν στα σαράντα, δούλευα σε μια μικρή εταιρεία με οικογενειακό κλίμα, πολυπαιγμένη λέξη αλλά κάπως ίσχυε για εμάς. Η Στέλλα, προϊσταμένη λογιστηρίου, ήταν πάντα γελαστή, συμπαθής, φαινομενικά δίκαιη – αλλά με κάτι μάτια που δεν γελούσαν ποτέ αληθινά.
Δούλευα πλάι της, καλός στη δουλειά μου, στη φάση που κυνηγάς αναγνώριση αντί για πραγματικά λεφτά. Ώσπου, κάπου προς τα τέλη φθινοπώρου, σκάει ένα μεγάλο πρόβλημα: βρέθηκαν ασυμφωνίες στο ταμείο, λείπαν σχεδόν δύο χιλιάδες ευρώ. Ξεσηκωμός, συναντήσεις, αλληλογραφίες με τη διεύθυνση. Εγώ σοκαρισμένος – δεν αμφέβαλα για κανέναν, νόμιζα είναι τεχνικό λάθος. Ώσπου, στα καλά καθούμενα, η Στέλλα κάνει ανακοίνωση στην ομάδα: βρήκε, λέει, ποιον πιστεύει ότι φταίει.
Δεν θα ξεχάσω ποτέ το βλέμμα της όταν με κοίταξε μπροστά σε όλους: «Ο Μιχάλης είχε πρόσβαση σε όλα», είπε, «και είναι ο μόνος που ήταν στο γραφείο μετά το ωράριο προχθές». Τα γέλια κόπηκαν. Εγώ παρέλυσα· δεν καταλάβαινα καν τι συνέβαινε. Ένα “μπροστά στους άλλους” ξεγύμνωμα που δεν το εύχεσαι ούτε στον εχθρό σου. Διευκρίνιση καμία, το αφεντικό να μου μιλάει ψυχρά, οι συνάδελφοι να με κοιτάνε σαν σκιά.
Έφυγα σχεδόν ντροπιασμένος. Όλες οι προσπάθειες μου μετά να εξηγήσω, να δείξω πόσο λάθος είναι αυτή η κατηγορία έπεσαν στο κενό. Ούτε αποδείξεις, ούτε τίποτα – μόνο σκιές, μόνο υπονοούμενα. Η Στέλλα όμως, ήρεμη, με χαμόγελο, με “λυπόταν” κρυφά. Αναγκάστηκα να φύγω. Το όνομά μου είχε ήδη λερωθεί· έψαξα αλλού δουλειά, δύσκολα βρήκα, για πολλή ώρα υπήρξα “ο ύποπτος”.
Κράτησα, όμως, το στόμα μου κλειστό. Δεν μάντεψα γιατί με λέρωνε, αλλά κάποια στιγμή έμαθα ότι εκείνη είχε κάνει ένα περίεργο deal με το αφεντικό: καπάρωσε μπόνους αρκεί να βρεθεί “υπεύθυνος”. Υποψιάστηκα, μα δεν ήμουν σίγουρος. Δεν ήμουν τύπος να απαντώ με τα ίδια – παραήμουν “καλός”, λένε. Μέσα μου, όμως, κάτι έβραζε. Χώθηκα στα δικά μου, διάβασα, πήγα σε άλλες δουλειές, μέχρι που πέντε χρόνια μετά, καθαρά τυχαία η ιστορία ήρθε και με βρήκε.
Ήταν ένα επαγγελματικό συνέδριο, φοράω γραβάτα με το ζόρι, πίνω καφέ. Στα διπλανά τραπέζια κάθεται η Στέλλα – μου πήρε λίγο να την αναγνωρίσω, εκείνη αδιαμφισβήτητα με είδε πρώτη. Έκανε ότι δεν ήμουν εκεί – καθόλου περίεργο. Αλλά, καθώς έφευγε, κατάλαβα στο βλέμμα της κάτι σαν φόβο. Εκεί αποφάσισα να μη θάψω άλλο την ιστορία. Δεν ήθελα εκδίκηση της στιγμής· δεν ήθελα να τη φέρω σε δύσκολη θέση μπροστά σε κόσμο ή να αναστατώσω το συνέδριο. Ήθελα να νιώσει το βάρος των πράξεών της, χωρίς φωνές, χωρίς θέατρο.
Το επόμενο διάστημα άρχισα να ψάχνω διακριτικά. Τα νέα ταξίδευαν αργά: η Στέλλα ήταν πια οικονομική διευθύντρια σε μεγάλη εταιρεία, σημαντική θέση. Άκουσα πως ήταν “αυστηρή” αλλά μονίμως γλίτωνε τις συζητήσεις με υπαλλήλους αν είχε εκκρεμότητες – πάντοτε έμεναν κάποιες σκιές γύρω της. Το βράδυ έκανα σκέψεις – τι γίνεται αν αυτή η ιστορία συνεχίζεται έτσι; Δεν με ένοιαζε μια προσωπική νίκη, ήθελα όμως έστω να σπάσει το βολικό παραμύθι που είχε χτίσει.
Περίμενα υπομονετικά μέχρι που σε μια ανοιχτή εκδήλωση της αγοράς, μαζεύτηκε η αφρόκρεμα του κλάδου. Εκείνη παρούσα, φυσικά. Εγώ, πλέον σε θέση ευθύνης σε άλλη εταιρεία, ήμουν καλεσμένος. Στήθηκε ένα στρογγυλό τραπέζι για “εμπειρίες επαγγελματικής ηθικής”. Λόγια κοινότυπα, χαμόγελα. Ώσπου ήρθε η ώρα να μιλήσω. Είπα ένα απλό πράγμα – χωρίς ονόματα, χωρίς χυδαιότητες μπροστά στους άλλους. Μίλησα για το πώς μπορεί ένας αθώος να στιγματιστεί μόνο και μόνο επειδή η διαχείριση βολεύει να αποταμιεύει ενόχους για τα λάθη της. Πώς το λάθος, όταν καλύπτει άλλους, καταστρέφει στα αθόρυβα. Δεν γύρισα να την κοιτάξω· ήξερα πως με κοίταζε εκείνη.
Μετά, στην κουβέντα που στήθηκε στο διάδρομο, δυο νεότεροι υπάλληλοί της αναρωτήθηκαν μεγαλόφωνα – σχεδόν μεταξύ τους – πόσο ίδια τους φαινόταν η ιστορία. Ξέσπασε σιωπή. Και έπειτα, αργά αλλά σταθερά, άρχισαν άλλοι παλιοί να συμπληρώνουν: “Ξέρετε, και σε μας κάτι είχε ακουστεί τότε…” Η αλήθεια άρχισε να κυλάει σαν μικρό νερό που βρίσκει διέξοδο σε μια κλειστή αυλή. Εγώ, ήρεμος, κοιτούσα τα παπούτσια μου. Η Στέλλα έγινε αθέατη – έφυγε απ’ την εκδήλωση. Δεν ειπώθηκε τίποτα ωμά, δεν αποδόθηκε ποτέ “επίσημη” ευθύνη, αλλά το όνομά της άρχισε από τότε να ακούγεται πιο προσεκτικά, και όλο και λιγότεροι της χάριζαν τυφλή εμπιστοσύνη.
Δεν είπα σε κανέναν ότι εγώ το προκάλεσα. Δεν με ενδιέφερε να “φωτιστώ”. Της γύρισα ό,τι μου έκανε: την ανάγκασα να ζει με τη σκιώδη αμφιβολία μεταξύ των άλλων, χωρίς φωνές, χωρίς καταγγελία. Απλώς φρόντισα να βγει το ψέμα της στην επιφάνεια: ήσυχα, εκεί που πονάει πιο πολύ – στο βλέμμα των άλλων που αλλάζει και σε προσέχει χωρίς να σε πιστεύει.
Πολλοί θα πουν ότι έπρεπε να κινηθώ πιο αποφασιστικά, να φανερώσω πράγματα. Δεν με αφορούσε η καταστροφή της. Αρκεί να μην ξεχνιέται τι μπορεί να κάνει η σιωπή. Άλλωστε, θυμάμαι καλά το αρχικό καρφί της: μπροστά σε συναδέλφους, με χαμόγελο, σε μια αίθουσα φωτισμένη τόσο άτσαλα που κανείς δεν είδε το σκοτάδι.
Αυτή την ιστορία μας την έστειλε ο Μιχάλης.
