Η γνώση του διαδικτύου στα μάτια σου!

Ιστορίες Εκδίκησης – Ο λογιστής που ξεσκέπασε τον συνάδελφο που του έκλεβε τη δουλειά

Ξεκινάω να στα γράφω και ήδη μου έρχονται μυρωδιές – εκείνο το κρύο γραφείο, η μυρωδιά από τον καφέ και κάπως το σίδερο στις μπάρες των παραθύρων. Ήταν Φλεβάρης, θολός καιρός, 2021, Αθήνα. Εγώ στον δεύτερο χρόνο σ’ένα λογιστικό γραφείο κάπου στα Πατήσια. Τα είχα βρει, νόμιζα, με τη μονοτονία. Μέχρι που παρατήρησα τον Άκη.

O Άκης ήταν τρία χρόνια παραπάνω στην εταιρεία, εκεί γύρω στα τριάντα πέντε, έδειχνε μεγαλύτερος – είχε κάτι γραμμές μόνιμες στο μέτωπο. Δεν ήμουνα κολλητός του. Ίσα-ίσα, ήταν από τους τύπους που χαίρονται να καπελώνουν τους καινούριους. Δεν με ένοιαζε. Μέχρι που με “ψήλωσε”.

Βλέπεις, είχε τάση να εκμεταλλεύεται όσους δεν σηκώνουν εύκολα κεφάλι. Έτσι κι εγώ, στα πρώτα μου χρόνια ακόμα, κάτι ανάμεσα σε ανασφάλεια και ταπεινότητα, δύσκολα έλεγα όχι. Έδινα τα χαρτιά μου, κράταγα σημειώσεις, γέμιζα τα excel. Ο Άκης το έβλεπε αυτό. Μία, δύο, τρεις, άρχισε να μου φορτώνει τη δική του δουλειά. “Ρίξε μια ματιά σ’αυτά”, “Δεν προλαβαίνω με τον πελάτη, μπορείς να το πάρεις εσύ;”, πάντα με χαμόγελο. Κι εγώ, κάθε φορά, έλεγα ναι.

Την πρώτη φορά που έμαθα ότι έπαιρνε μπόνους για κάτι που είχα κάνει εγώ, το αρκέστηκα να το καταπιώ. Είναι η αγορά εργασίας έτσι, είπα, τι να κάνεις. Τη δεύτερη φορά, όταν η προϊσταμένη του έδωσε συγχαρητήρια για πρόταση που είχα γράψει εγώ, με κάρφωσε στα μάτια και το άφησε να περάσει έτσι. Κατάλαβα.

Ελάχιστοι το ‘χαν προσέξει, νόμιζα. Ώσπου μια μέρα φέρνει η τύχη να βρω στο κωμικό κάποια mails, που προωθούσα σε διαφορετικό πελάτη, αλλά ο Άκης τα είχε βαφτίσει “προσωπική δουλειά του”. Δικά μου αρχεία, δικά μου λόγια, δική του υπογραφή. Εκεί κόλλησα.

Ένιωσα, δεν μπορώ να πω ψέματα, μια ταπείνωση που την πήρα σπίτι, στα νύχια μου – δεν μίλησα ούτε σε φίλο, ούτε στη μάνα μου. Έκανα υπομονή, ήταν κι ανάγκη η δουλειά – τότε. Του έδινα στο χέρι ό,τι μού ζητούσε και κάθε φορά που έφευγε για τσιγάρο στο μπαλκόνι, ανέπνεα να πάρω κουράγιο.

Τρεις μήνες πήγε έτσι το πράγμα. Κι όσο ο Άκης ένιωθε δυνατός, εγώ μάθαινα να προσέχω, να ακούω, να καταγράφω, σχεδόν σα σκιός. Εκτός γραφείου, κανείς δεν το ‘ξερε. Σκασίλα τους.

Να σου πω για το τι σκέφτηκα να κάνω; Δεν ήμουν άνθρωπος για φωνές, ούτε θα πήγαινα να τον εκθέσω με τσαμπουκά. Ήθελα να βγει μόνος του στη φόρα. Άρχισα λοιπόν να κρατάω αρχείο: κάθε αρχείο που έφτιαχνα, το αποθήκευα και σε προσωπικό μου drive, με ημερομηνία και όλα τα στοιχεία αλλαγών, έχω μανία με τη λεπτομέρεια. Τα email μου τα έστελνα με cc στον εαυτό μου, κρυφά. Και έκανα πάντα ερωτήσεις στις ομαδικές συναντήσεις, αθώες δήθεν, “Αυτό το project που ολοκληρώθηκε, μπορώ να έχω feedback για τα σημεία X,Y;”, πάντα ψάχνοντας μαρτυρίες.

Ώσπου ήρθε η μέρα που το αφεντικό ανακοίνωσε ότι η εταιρεία θα έκλεινε μεγάλη δουλειά μ’ένα νέο πελάτη. Ο Άκης, όπως πάντα, πρώτος να προσφερθεί να ηγηθεί. Με πήρε ιδιαιτέρως και μου ζήτησε να κάνω την προεργασία “για να μας βγει καλό το account”. Εκεί γέλασα κρυφά. Είχα ήδη καταλάβει τον κύκλο του.

Αυτή τη φορά όμως, δεν του έδωσα έτοιμο το project – κράτησα κάποια βασικά κομμάτια πίσω, έγραψα σημειώσεις που μόνο εγώ μπορούσα να εξηγήσω και, πριν από την τελική παρουσίαση, ενημέρωσα εγώ την προϊσταμένη για τα κλειδιά της δουλειάς. Της μίλησα σε προσωπικό τόνο, χαμηλόφωνα, λέγοντάς της να με ρωτήσει οποιαδήποτε απορία προκύψει, “επειδή τα περισσότερα τα έχω ετοιμάσει εγώ, αλλά ο Άκης παρουσίαζε προσφορές χωρίς να ξέρει τις λεπτομέρειες”.

Η μέρα της παρουσίασης ήταν κι αυτή σα σκηνή πάγου. Παρών κι ο νέος πελάτης. Ο Άκης αρχίζει να αναλύει με σιγουριά το project – μέχρι που φτάνει στα σημεία που κρατούσα πίσω. Το αφεντικό κάνει μια ερώτηση “γιατί εκείνο το σκέλος υπολογίστηκε με αυτό τον τρόπο;”, κι ο Άκης κομπιάζει. Προσπαθεί να το καλύψει, πετάει τεχνικούς όρους. Η προϊσταμένη κοιτάζει εμένα. Μ’ενθαρρύνει να συμπληρώσω.

Εκεί κόβω το βλέμμα μου και μιλάω – ξεκάθαρα, με λέξεις απλές. Δείχνω το αρχικό μου draft, με ημερομηνία, το αρχείο, τις σημειώσεις, εξηγώ ακριβώς τη διαδικασία. Ο πελάτης γέρνει προς τα εμένα. Το αφεντικό με ρωτάει δεύτερη και τρίτη ερώτηση. Ο Άκης σιωπά, ιδρώνει.

Στα λεπτά που ακολούθησαν, κανείς δεν μ’έκοψε. Δεν χρειαζόταν φωνές. Ούτε εκδίκηση με ταμπέλες. Οι πράξεις φάνηκαν μόνες τους. Ο Άκης έχασε τη “μαγκιά”. Το αφεντικό, όταν τελείωσε το meeting, μου έδωσε συγχαρητήρια μπροστά σε όλους. Δεν με διόρθωσε κανείς – απλώς, στο τέλος, με πλησίασε η προϊσταμένη και μου είπε “ελπίζω να αισθάνεσαι δικαιωμένος, γιατί το αξίζεις”.

Μετά από εκείνη τη μέρα, ο Άκης σχεδόν εξαφανίστηκε από τα σημαντικά projects. Για πρώτη φορά σταμάτησε να με πλησιάζει. Δεν χρειάστηκε ποτέ να εξηγήσω πολλά. Εγώ πήρα τελικά προαγωγή. Η αποκάλυψη ήρθε ήσυχα, ψυχολογικά, χωρίς εκρήξεις. Σαν μια βαθιά ανάσα που κρατάς πολύ καιρό, κι όταν την αφήνεις, δεν ακούει κανείς, αλλά εσύ το νιώθεις στο στήθος σου.

Αυτή την ιστορία μας την έστειλε ο Νίκος.

You might also like