Ιστορίες Εκδίκησης – Η χαμένη εμπιστοσύνη στο γραφείο της Αθήνας
Κάποια πράγματα στη ζωή, όσο καιρό κι αν περάσει, δεν τα ξεχνάς. Κλειδώνουν μέσα σου, σε ένα μέρος που μόνο εσύ ξέρεις, και σιγοβράζουν. Για χρόνια έλεγα πως είμαι απ’τους ανθρώπους που προσπερνάνε, που δε δίνουν σημασία, που συγχωρούν. Να όμως που ήρθε εκείνη η στιγμή – κι ας το αρνιόμουν για καιρό – που η ανάγκη για λίγη δικαιοσύνη, έστω και με το δικό μου τρόπο, έγινε μεγαλύτερη απ’το θυμό.
Όλα ξεκίνησαν το 2019, στη δουλειά στην Αθήνα. Δούλευα σε ένα μικρό γραφείο, ασφαλιστική εταιρεία. Είμαστε λίγοι· μερικά κορίτσια κι εγώ, πάντα τα ίδια πρόσωπα. Ανάμεσά μας η Λένα, ξανθιά, ευχάριστη, έδειχνε πάντα να βοηθάει, να είναι της παρέας, η “ψυχή”. Εγώ, επειδή από παλιότερα είχα περάσει τα ζόρια μου, ήμουν κλειστός, λίγο στις σκιές. Έτσι την είχα αισθανθεί τη Λένα απ’την αρχή: ψεύτικη ζεστασιά. Αλλά έλεγα “άσε, μην προκαταβάλεις”.
Με τον καιρό, ότι με πλησίαζε το έβλεπα σαν ευκαιρία για φιλία. Με ρώταγε για τα προσωπικά μου, αν είμαι καλά, αν χρειάζομαι βοήθεια με δουλειά, τέτοια. Μια φορά, της εκμυστηρεύτηκα αθώα ότι περνάμε φουρτούνες στο σπίτι – αυτά, της είπα, γιατί με πλάκωναν και εμένα και ένιωθα μόνος. Αυτό ήταν το λάθος μου, θα πεις. Αλλά, έτσι είμαι εγώ, άνθρωπος.
Με το πέρασμα των μηνών, άρχισα να βλέπω πως λέει δικά μου πράγματα σε άλλους πίσω από την πλάτη μου. Μικροπράγματα, ίσως να σκεφτείς, αλλά ήταν δικά μου. Ελεκτικό κουτσομπολιό, τίποτα χοντρό στην αρχή. Μία μέρα σκάει στο γραφείο μια νέας κοπέλα, με ρωτάει γελώντας αν ακόμα μένω με τη μάνα μου – μόνο η Λένα το ήξερε αυτό. Ε, θες δε θέλεις, νιώθεις εκτεθειμένος.
Το πραγματικό μαχαίρι στην πλάτη, όμως, ήρθε λίγο μετά, όταν στη δουλειά έσκασε θέμα με τις βάρδιες και τις υπερωρίες. Εγώ είχα αναλάβει να κρατάω μια ταμπακέρα με ώρες, φάνηκε ότι έγιναν λάθη. Ξαφνικά όλοι κοιτούσαν εμένα, λέγανε για “ανευθυνότητα”, “λάθη που μας κοστίζουν”. Η Λένα είχε αρχίσει ήδη να ψιθυρίζει “έτσι είναι πάντα αυτός, δε λέει τι κάνει”, και τέτοια. Μάταια εγώ να λέω ότι δεν έφταιγα – η ίδια δούλευε τα Σάββατα και εκείνη τη μέρα, μόνο από εκείνη πήραν στοιχεία.
Δεν ήμουν αφελής, καταλάβαινα πολύ καλά: δε φταίει μόνο που ήθελε να φανεί καλύτερη – ήθελε να με ρίξει στα μάτια των άλλων, να είναι εκείνη κουμάντο. Και να-βλέπεις-η πρώτη που το παίζει “φίλη”, είναι που σε σπρώχνει στο κενό.
Κράτησα μέσα μου την προσβολή, και τη σιγουριά ότι η δικαιοσύνη δεν υπάρχει πάντα μόνη της. Τους επόμενους μήνες ήμουν άλλος άνθρωπος. Όχι εκδικητικός, αλλά παγωμένος. Δεν μιλούσα αν δε χρειαζόταν. Μελετούσα κινήσεις. Η Λένα συνέχιζε τα γνωστά – φιλίες, ψίθυροι, έντονη ζωή στα social. Καταλάβαινα ότι όλο αυτό κάποτε θα γυρνούσε μπούμερανγκ. Απλά περίμενα πότε.
Κι ήρθε ο καιρός, προς το καλοκαίρι του ’20, που την έφεραν σε δύσκολη θέση. Ετοίμαζε μια παρουσίαση για έναν μεγάλο πελάτη. Της είχαν δώσει τη διαχείριση, με το αφεντικό να της φέρεται σαν “πολυτιμη βοηθό”. Όλοι υπολόγιζαν σ’εκείνη, ήθελαν να τους σώσει. Την ίδια βδομάδα, μου ζήτησε να την καλύψω για ένα στοιχείο απ’τα αρχεία – με παρακάλεσε “σαν φίλος”, να μην πω τίποτα αν ρωτήσουν. Να καταπιώ το δίκιο μου και να τη βοηθήσω, δηλαδή, με δυο λόγια. Και τότε ήταν που αποφάσισα πώς θα παίξω.
Τις μέρες πριν την παρουσίαση, άρχισα να φέρομαι ακριβώς όπως έκανε εκείνη: διακριτικές ατάκες εδώ κι εκεί, υπαινιγμούς ότι “δεν πάει καλά η παρουσίαση”, λίγο σπρώξιμο του “πρέπει να δούμε ξανά τα στοιχεία”. Όχι φασαρίες – μόνο λίγη αμφιβολία, έτσι όπως μου την είχε φυτέψει κι εκείνη.
Το βράδυ πριν τη συνάντηση, ήρθε στο γραφείο να τα φτιάξει όλα κι έλειπε κάτι σημαντικό από το report της, που το χρειαζόταν. Εγώ ήξερα που ήταν (το είχε ξεχάσει η ίδια στο συρτάρι μου τη βδομάδα πριν), αλλά δεν της το είπα. Έκανα τον ανήξερο – “μήπως το πέταξες;” “Μήπως το πήρε η καθαρίστρια με την ανακύκλωση;”. Εκείνη άσπρισε, πανικοβλήθηκε, άρχισε να τηλεφωνεί. Κι εγώ ήσυχος, δίπλα της, να χαμογελάω διακριτικά και να της δίνω ψεύτικες ελπίδες ότι θα το βρει.
Την επόμενη μέρα μπήκε στην παρουσίαση με μισά δεδομένα. Δεν την έκραξε κανείς, αλλά τα βλέμματα των αφεντικών ήταν αυτά που θέλουν να πουν “απογοήτευση – δεν περίμενα τέτοια απροσεξία”. Πλήρωσε τη δική της τακτική. Έχασε την εμπιστοσύνη του αφεντικού, και την είδα μέρα με τη μέρα να χάνεται από το προσκήνιο, όλο και πιο ήσυχη, όλο και πιο μόνη στη δουλειά.
Δεν μου ξαναμίλησε ποτέ για κάτι προσωπικό, ούτε σε κανέναν άλλον. Σαν να έμαθε και η ίδια το μάθημά της.
Δε χάρηκα – όχι πραγματικά. Αλλά ήταν κάτι βαθιά ανακουφιστικό, να δεις να γυρίζει ο τροχός με δικούς σου όρους, χωρίς να φωνάξεις, χωρίς να φανείς.
Αυτή την ιστορία μας την έστειλε ο Μάριος.
