Ιστορίες Εκδίκησης – Η σιωπηλή δικαίωση στο open space γραφείο
Ξέρεις, καμιά φορά νομίζεις πως οι άνθρωποι γύρω σου είναι μονόπλευροι — τους βλέπεις, τους μιλάς, και βάζεις τη δική σου σφραγίδα σε αυτούς, αυτό που σε συμφέρει να πιστεύεις. Έτσι την πάτησα κι εγώ, πριν λίγα χρόνια, σε μια δουλειά που τότε σήμαινε τα πάντα για μένα.
Ήμουν τρεις μόλις μήνες σε μια εταιρεία στη Θεσσαλονίκη, και έκανα τα πάντα για να αποδείξω τι αξίζω. Ήμουν, βλέπεις, ο «νέος» – αυτός που προσπαθεί, αυτός που όλα τα σηκώνει, ο αόρατος που περιμένει να πάρει σειρά. Μεγάλο open space γραφείο, γραμματεία, project managers, και –το πιο σημαντικό για την ιστορία μου– μια προϊσταμένη που όλοι τη φωνάζανε «Αλεξάνδρα».
Η Αλεξάνδρα ήταν στα πράγματα χρόνια. Τη διάλεγαν όλοι για τα δύσκολα meetings, ήταν κουλ, πάντα στην τρίχα, μίλαγε με όλους και για όλους. Την σεβόντουσαν και την φοβόντουσαν. Κυρίως, όμως, την ένοιαζε να φαίνεται. Θυμάμαι τα λόγια της: «Εδώ, ό,τι λες και κάνεις, μένει. Πρόσεχε πώς φέρεσαι∙ το κλίμα το φτιάχνεις εσύ!». Το έπαιρνα στα σοβαρά.
Το μεσημέρι εκείνο, μου φέρνει το πρώτο μου σοβαρό task: ένα report για έναν μεγάλο πελάτη που έπρεπε να παραδοθεί το απόγευμα. Εργάστηκα μεθοδικά, δεν βγήκα καν για τσιγάρο. Στις τέσσερις, όταν τελείωνα, την βλέπω να πλησιάζει την οθόνη μου και να μου λέει, διακριτικά, «στείλ’ το μου, θα του ρίξω μία ματιά για να το παρουσιάσω». Κάνω, ό,τι μου λέει. Το στέλνω χωρίς δεύτερη σκέψη.
Την επόμενη μέρα, βλέπω εσωτερικό email: «Συγχαρητήρια στην Αλεξάνδρα για το εξαιρετικό report, περάστε από το γραφείο για μια μίνι συνάντηση». Διαβάζω το report —είναι το δικό μου, λέξη-λέξη— με το όνομά της κάτω-κάτω! Δεν υπήρχε πουθενά το δικό μου. Μιλάει στο meeting, το πουλάει για δική της δουλειά, με προσπερνάει στο διάδρομο, μου χαμογελάει. Κανείς δεν καταλαβαίνει τίποτα, εγώ όμως βράζω.
Δεν είπα τίποτα σε κανέναν, αλλά κάτι έσπασε μέσα μου εκείνη την ημέρα. Πήγα σπίτι, έπιασα τα νεύρα μου στο κρασί, και είδα πώς με έσερνε ο εγωισμός μου στο πάτωμα. Δεν έβγαλα άχνα, ούτε την πλησίασα, ούτε καν σχολίασα από μακριά. Αποφάσισα – πρώτα για εμένα – ότι τέτοιες αδικίες δεν τις διορθώνεις με φωνή, τις διορθώνεις με στρατηγική, όταν έρθει η ευκαιρία. Αρκεί να έχεις υπομονή.
Πέρασαν μήνες. Συνεχίσαμε να δουλεύουμε μαζί. Δεν το συζήτησα ποτέ με κανέναν στο γραφείο. Έδειξα – προς τα έξω τουλάχιστον – ότι έπαιζα τίμια, κι όταν έστελνα δουλειά, πάντα ζητούσα το feedback της, της έδινα πάσες. Έκανα και παραπάνω από ό,τι μου ζητούσαν, αδιάφορος κατά τα φαινόμενα, αλλά παρατηρητικός. Της Αλεξάνδρας της άρεσε να κλέβει φώτα, ειδικά από νέους που δεν είχαν ακόμα φωνή.
Ώσπου ήρθε – τέλη Μαΐου πια, σε κλίμα αλλαγών– ο καιρός για το μεγάλο project του χρόνου, με τη μεγαλύτερη ευθύνη: εσωτερικός διαγωνισμός για ποιος θα ηγηθεί την ομάδα ενός πολύ δυνατού πελάτη. Ο διαγωνισμός ήταν κλειστός – διαλέγαν τρεις να παρουσιάσουν live σε διοίκηση και στελέχη, όλοι μαζί σε μία αίθουσα. Εμείς δεν διαλέγαμε project, το επέλεγε το HR. Εγώ βρέθηκα να παρουσιάζω ένα case analysis για έναν τομέα που μόνο εγώ στον όροφο είχα δουλέψει στο παρελθόν – προσωπικό μου στοίχημα.
Ετοίμασα την παρουσίαση με ψύχραιμο μυαλό. Μαζί και ένα χαρτί, το λεγόμενο “working file”, όπου φαινόταν ποιος είχε συμβάλλει, τι αρχεία είχε στείλει, ημερομηνία/ώρα κλπ. Το κράτησα στην άκρη. Η παρουσίαση πήγε εξαιρετικά: ανέλυσα, απάντησα, έδωσα παραδείγματα, ήμουν σίγουρος, ήρεμος, λάδι. Οι υπόλοιποι, μεταξύ αυτών και η Αλεξάνδρα, είχαν κλασικά case studies, λίγο κλεμμένα, λίγο δουλεμένα από όλους. Η δικιά της παρουσίαση – έκπληξη! – ήταν βασισμένη πάνω σε μια δουλειά που είχαμε φτιάξει μαζί μήνες πριν, αλλά εκείνη είχε αρνηθεί να μπει το όνομά μου στο τελικό. Το ήξερα αυτό.
Έκανα αυτό που έπρεπε: όσο μιλούσε, έγνεφα συμφωνητικά, άφηνα το βλέμμα μου να δείξει πως ήμουν περήφανος που ήμουν μέρος της ομάδας της. Δεν φάνηκα να ενοχλούμαι ούτε στιγμή. Οι αποφάσεις θα βγαίνανε την επομένη.
Την επόμενη μέρα, και ενώ ήμουν να μπω σε meeting με όλη τη διοίκηση, παίρνω ένα email από τον υπεύθυνο HR: «Παρακαλώ περάστε από το γραφείο, υπάρχει ένα ζήτημα με το υλικό που παραδόθηκε». Με καλούν σε κλειστό γραφείο – εγώ, η Αλεξάνδρα, ο HR, ο Διευθυντής. Κάτι δεν πάει καλά, η ένταση κόβεται με μαχαίρι. Ο HR ζητάει εξηγήσεις για το περιεχόμενο που παρουσίασε η Αλεξάνδρα – ίδια φρασεολογία, ίδια στήσιμο, μέχρι και δύο ιδιαίτερα γραφήματα που μόνο εγώ είχα φτιάξει. Απρόσωπα, ρωτάνε και τους δυο μας τι συμβαίνει.
Επιδεικνύω, σχεδόν απολογητικά, τα working files, την αλληλογραφία μου, το draft, το αρχειο – όλα χρονολογημένα. Δεν κατηγόρησα, δεν φώναξα, δεν έβγαλα κακία. «Απλώς να δείξω ότι εγώ δούλεψα την πρώτη εκδοχή», είπα ήσυχα. Η Αλεξάνδρα αίφνης έχασε το χρώμα της, δεν βρήκε τι να πει. Δεν είχε αποδείξεις, είχε μόνο ρουτίνα. Ο Διευθυντής με κοίταγε σκεπτικός – δεν μίλησε πολύ. Βγήκα από το γραφείο με ένα βουβό «ευχαριστούμε».
Σε λίγες μέρες βγήκαν τα αποτελέσματα του project: το ανέλαβα εγώ, με ψηλά το κεφάλι και με mail διαφάνειας προς όλους. Η Αλεξάνδρα, όχι απλώς δεν πήρε την ευθύνη, αλλά της αφαιρέθηκε και η διαχείριση του τμήματος για τα επόμενα project. Το γραφείο έβραζε, όλοι μιλούσαν σιγανά. Δεν χαμογέλασα, δεν πανηγύρισα. Την χαιρέτησα τυπικά, όπως κάθε μέρα, και γύρισα στη δουλειά μου.
Μερικά πράγματα, τελικά, αποκαθίστανται μόνα τους – φτάνει να σιωπήσεις, να κρατήσεις χαμηλά το καταφύγιο της αξιοπρέπειας σου, και να δείξεις την αλήθεια στη σωστή ώρα. Πρέπει να είσαι έτοιμος να περιμένεις. Και αν το φέρει η ζωή, να παραδώσει εκείνη τη δικαιοσύνη που εσύ κράτη
