Η γνώση του διαδικτύου στα μάτια σου!

Ερωτικές Ιστορίες – Το φθινοπωρινό βράδυ που γνώρισα τη Βέρα

Δεν ήμουν ποτέ ο τύπος που κυνηγούσε μεγάλες συγκινήσεις. Ένα παλικάρι της γειτονιάς ήμουνα, δούλευα χρόνια ηλεκτρολόγος, το ίδιο πρόγραμμα κάθε μέρα, ίδια καφετέρια, ίδια παρέα, ίδιοι δρόμοι. Κι όμως, εκείνο το βράδυ, το θυμάμαι λες και πέρασε μισή ώρα, κάτι σα να μετατοπίστηκε μέσα μου.

Ήταν φθινόπωρο, είχε ψύχρα, αλλά όχι από εκείνη που την αισθάνεσαι στο κόκκαλο – από την άλλη, φαινόταν στον αέρα πως δεν ήταν ακόμη χειμώνας. Κατέβηκα για καφέ, κατά τις οχτώ, να αλλάξω παραστάσεις. Και να, όπως μπαίνω μέσα, την βλέπω πρώτη φορά, καθισμένη στην άκρη του μπαρ. Μια κοπέλα σαν κι αυτές που δεν περιμένεις να δεις στον Βύρωνα, να σου χαμογελάνε ηρεμα, μα κάπως λες κι έχουν να σου πουν κάτι σημαντικό.

Δίπλα της, μια σκισμένη τσάντα, βιβλία απλωμένα, κι εκείνη – σκούρα μαλλιά, μάτια σαν να σε σκανάρουν, μα σχεδόν να χαμηλώνουν κάθε τόσο. Έπιασε το βλέμμα μου και με χαμογέλασε – όχι πλατύ, ξέρεις, αλλά… τσαχπίνικο, σαν να με έβγαλε φωτογραφία με το νου της και να ήθελε λίγο να μάθει το… αποτέλεσμα. “Τι κοιτάς;” μου είπε χωρίς λόγια, μόνο με τα μάτια. Ακόμη το θυμάμαι.

Δεν θυμάμαι πώς, αλλά έβαλα πλώρη και κάθισα δίπλα. Καμιά φορά, λες, δε θα το κάνω γιατί να εκτεθώ; Εκείνο το βράδυ, πάντως, το ‘κανα. Παραγγέλνω καφέ και μια μπύρα. Εκείνη σήκωσε σιγά το κεφάλι. “Διαβάζεις ή κάνεις ότι διαβάζεις;” της λέω. Χαμογέλασε, πιο πλατιά. “Πιο πολύ το δεύτερο”, μου πετάει, κοιτώντας με λοξά.

Κουβέντα στην κουβέντα, μου ‘πε πως τη λένε Βέρα, πως δουλεύει σε βιβλιοπωλείο και πως, όταν βαριέται, παίρνει το λεωφορείο και κάθεται όπου τη βγάλει. Συστηνόμαστε σωστά, κι από ‘κεινη τη στιγμή, σαν να μαι συντονισμένος μαζί της. Κάθε τόσο σκουντιόμασταν επίτηδες στον αγκώνα, να δουμε ποιος θα πρωτοτραβηχτεί.

Με ρωτάει για τη δουλειά μου, κάνω τον μάγκα, της δείχνω τα χέρια μου που έχουν κάτι μόνιμους λεκέδες απ’ το γράσο και τα καλώδια. Σκύβει, τάχα εξετάζει τα δάχτυλά μου. Το χέρι της ζεστό. “Αυτά τα χέρια είναι που φτιάχνουν τον κόσμο να γυρνάει”, μου λέει. Ρίγος πέρασε μέσα μου, πιο βαθύ απ’ του φθινοπώρου.

Η κουβέντα τραβήχτηκε ώρες. Πίνουμε άλλη μια μπύρα, γελάμε. Μου εκμυστηρεύτηκε για μια προηγούμενη σχέση που τη στιγματισε, δίχως πολλά πολλά. “Δεν μ’ αγγίζαν όπως ήθελα”, μου λέει, και είδα να μη μιλάει για χέρια μόνο. Το ‘πιασα. Την κοίταξα. Δεν έπαιζαν πολλά λογια— μόνο έμεινε λιγο παραπάνω το βλέμμα μου πάνω της.

Κάμια φορά, όταν είχα την εντύπωση ότι έκανα χιούμορ παραπάνω ή ότι μ’ έβγαζα στο προσκήνιο υπερβολικά, εκείνη απλά άπλωνε το χέρι της πάνω στο γόνατό μου. Όχι δυνατά, ούτε διφορούμενα. Απλά… καθησυχαστικά. Σα να μου λεγε “είμαι εδώ, προχώρα.” Η ατμόσφαιρα εκείνη τη στιγμή είχε κάτι ηλεκτρισμένο – και όμως ήρεμο, λες και ήμασταν μόνοι σ’ εκείνο το μπαρ, κι όλος ο κόσμος έξω να είχε χαθεί.

Γύρω στις δώδεκα, μου λέει χωρίς να με κοιτάει: “Πάμε μια βόλτα απα΄’ξω; Να πάρουμε λίγο αέρα;” Σηκώθηκα πιο γρήγορα απ’ό,τι το συνηθίζω. Καθώς βγήκαμε, εκείνη έσφιξε ελαφρά τον αγκώνα μου. Το δρόμο τον διασχίσαμε αμίλητοι. Μόνο οι ανάσες μας ακούγονταν, τα βήματα και τα φώτα να σπάνε σε λίμνες απ’τη βροχή της προηγούμενης μέρας.

Περπατήσαμε μέχρι ένα μικρό παρκάκι δίπλα στην εκκλησία. Καθίσαμε στο παγκάκι. Καταλάβαινα πως ήθελα να την αγγίξω πρώτος, να της δείξω ότι κι εγώ μπορώ να της δώσω αυτό το “άγγιγμα που ήθελε”, όχι γιατί το περίμενε αλλά γιατί βγήκε από μόνο του, αβίαστα. Άπλωσα αργά το χέρι και βρήκα το δικό της. Κρύο λίγο. Της το ζέστανα στην παλάμη μου χωρίς να πω τίποτα.

Με κοίταξε κάπως βαθιά, σα να έψαχνε να βρει μέσα στους κόμπους της παλάμης μου κάτι να της θυμίζει την αλήθεια. Μετά, ακούμπησε το μέτωπο στον ώμο μου κι έμεινε έτσι για λίγο. Δεν μιλάγαμε. Μύριζε στάλες από άρωμα κι υγρό χώμα – εκείνη τη μυρωδιά που σου μένει και τη ζητάς καιρό μετά.

Γύρισε το κεφάλι, με κοίταξε στα χείλη και μετά στα μάτια. Έσκυψα, τη φίλησα πολύ αργά. Δεν ξέρω αν ήταν από τη μέθη ή από την ένταση της βραδιάς, αλλά εκείνη τη στιγμή όλα μοιάζαν να ισορροπούν. Η ανάσα μας φάνηκε να μπερδεύεται για λίγο και ο χρόνος να μην έχει σημασία, ούτε ο δικός της πόνος, ούτε οι δικές μου ανασφάλειες.

Φιληθήκαμε εκεί, κάτω από το κιτρινισμένο φως, και γλιστρήσαμε σχεδόν αθόρυβα στα πιο δικά μας χρώματα. Δεν βιαστήκαμε ούτε λεπτό. Ο κόσμος, έστω για ένα βράδυ, σταμάτησε να κινείται όπως πριν. Ως το ξημέρωμα ήμασταν μαζί, κουβεντιάζαμε, κοιτούσαμε τ’ αστέρια πάνω απ’τα κεφάλια μας. Κι όταν φύγαμε, μου άφησε ένα φιλί στο λαιμό κι ένα “τα λέμε σύντομα;” πιο ζεστό απ’ τη μπύρα στο ποτήρι.

Δεν ξέρω αν αυτό που έζησα εκείνο το βράδυ είχε συνέχεια ή ήταν απλά μια αναπάντεχη συνάντηση. Μα ήταν ένας έρωτας – απλός, δυνατό, και σιωπηλά γενναίος, όπως έπρεπε να είναι.

Αυτά έζησα. Και τα λέω όπως ακριβώς τα ένιωσα.
Αυτή την ιστορία μας την έστειλε ο Νεκτάριος.

You might also like