Ερωτικές Ιστορίες – Το πρώτο φιλί του Μανώλη και της Σοφίας
Δεν ξέρω αν υπάρχει πιο πεζό μέρος να ξεκινάει μια ερωτική ιστορία από το πίσω τραπέζι μιας ταβέρνας στη Νίκαια ― και τι ταβέρνα δηλαδή, από αυτές τις παλιές, με τον πλαστικό τον μουσαμά και τα ποτήρια που μυρίζουν ούζο ακόμα κι αν έχεις παραγγείλει μπύρα. Κι όμως, αλλιώς το φαντάζεσαι, αλλιώς σου ‘ρχεται. Γέμιζε ο χώρος κόσμο, δυο τραπέζια πιο πέρα παίζανε πόκα, πιο δίπλα κάποιοι βρίζανε φωναχτά το πρωτάθλημα, κι εγώ την είχα δει. Τη Σοφία. Χωρίς καμία προετοιμασία.
Κι αν γυρνούσες και με ρώταγες, «δε τη ήξερες από πριν;» θα σου ‘λεγα ούτε καλημέρα δεν είχαμε πει ποτέ. Ήταν φίλη φίλου, από αυτούς που τους βλέπεις μια φορά το Πάσχα και άλλη μία τα Χριστούγεννα. Να τσουγκρίζετε τα κουραμπιέ τη ρακή. Εκείνο το βράδυ, ήρθαν όλοι μαζί στο τραπέζι μας. Και, δε ξέρω πώς, βρέθηκε να κάθεται δίπλα μου.
Δεν είναι ότι τραβούσε τα βλέμματα από εκείνες τις πρώτες, ας πούμε, ωραίες γυναίκες που γίνεται αθόρυβη σιωπή όταν περνάνε. Όχι. Αλλά η φωνή της ― είχε αυτό το βραχνό, το ήσυχο, που σε έκανε να χαμηλώνεις εσύ τους τόνους μόνο και μόνο για να καταλάβεις τι είπε.
Παράγγειλε κρασί λευκό, θυμάμαι. Δεν ήπιε σχεδόν καθόλου, κύλησε η κουβέντα στα γνωστά (δουλειές, τιμές, τσακωμούς με τα παιδιά, λίγο κορονοϊό), αλλά κάπου εκεί ανάμεσα, ένα αόρατο νήμα τραβούσε τα λόγια της προς εμένα. Ρώταγε, καταλάβαινε, χαμογελούσε ζεστά, έλεγε με τα μάτια όσα το στόμα της άφηνε στη μέση. Δεν τρύπωναν όλοι σε αυτή τη ροή, ούτε εκείνοι που τη φωνάζαν παλιόφιλη. Ήταν ξεκάθαρο ότι επέλεγε. Εγώ ήμουν τότε ο “εκλεκτός” της βραδιάς και το ήξερα τόσο καθαρά, που όταν το σκέφτομαι μετά γελάω με τη σιγουριά μου.
Σιγά-σιγά, άρχισαν να φεύγουν ένας-ένας. Η παρέα μίκρυνε, η ώρα μεγάλωνε. Σήκωσε τα μάτια της προς εμένα, έγειρε λίγο μπροστά. Με ρώτησε αν καπνίζω. Κανονικά δεν καπνίζω, αλλά εκείνο το βράδυ απάντησα «ναι». Μόνο και μόνο για να βγω μαζί της έξω, στην ψύχρα της αυλής, να μοιραστώ μαζί της τη σιωπή, την ανάσα της, αυτό που νομίζω ότι τελικά έγινε η σπίθα ανάμεσά μας.
Εκεί, στην αυλή, άναψε το τσιγάρο της. Τα χέρια της έτρεμαν – όχι από κρύο. Το είδα, αλλά έκανε πως δεν συμβαίνει τίποτα. Άναψα και το δικό μου, κοιτώντας τα δάχτυλά μου για να μην την αντικρίσω κατάματα και καταλάβει πόσο πολύ με είχε τρομάξει η οικειότητα που ένιωθα ξαφνικά μ’ έναν άνθρωπο εντελώς άγνωστο λίγες ώρες πριν. Κάτσαμε εκεί, δυο-τρία λεπτά, μέχρι που η σιωπή έγινε τόσο πυκνή που ένιωσες να σε σπρώχνει να μιλήσεις.
«Να σου πω…», ξεκίνησα, χωρίς να ξέρω τι θέλω να πω. Ήρθε πιο κοντά. Άνοιξε το μπουφάν της, λες και καλούσε τον κόσμο να βρει μια θέση κι αυτός στο μεταξύ μας. Εγώ ρούφηξα τον καπνό, άφησα τον αέρα να μας φέρει σαν άρωμα τις λέξεις κοντά.
Έσταζαν τα φώτα στα μάτια της κάτι από εκείνο το βαθύ, το βραδινό, το λίγο τζάμι-σπασμένο, λίγο τσιγάρο-στο-χειλάκι, λίγο μισόλογο. Η απόσταση ανάμεσά μας έδειχνε να μαζεύει σιγά-σιγά, εκατοστό-εκατοστό. Προτού καταλάβω, τα γόνατά της ακουμπούσαν ελαφριά στα δικά μου.
Σήκωσε τα μάτια της -αν τα δεις μια φορά, σου μένουν, σου το ορκίζομαι- κι ακούμπησε το χέρι της στο μεγάλο δάχτυλο του χεριού μου. Δεν με κράτησε από το χέρι, ούτε με χάιδεψε. Απλώς το’ βαλε εκεί, σταθερά, σαν να κάνεις check point πριν φύγεις για πεζοπορία.
«Εγώ όμως δε μένω εδώ κοντά…», είπε, χαμηλώνοντας λίγο τη φωνή μην ακούσει κανένας άλλος. Εγώ την είδα στα μάτια και χωρίς να σκεφτώ, πέταξα ένα «Πού μένεις;», που μου φάνηκε αμέσως αστείο. Γέλασε λίγο, αλλά όχι κοροϊδευτικά.
«Άμα θες, με πάς σπίτι με το αμάξι σου; Δεν οδηγώ το βράδυ.»
Μόνο που το είπε, μπήκε κατευθείαν στο σχέδιο το υπόλοιπο βράδυ. Βιαστικά, αλλά με άνεση, σαν να το είχαμε συζητήσει ήδη. Της είπα ένα ναι που δε χρειάστηκε να το ντύσω με τίποτα.
Μαζευτήκαμε, ρίξαμε τα γέλια τα τελευταία με τους υπόλοιπους, χαιρετίσαμε και φύγαμε. Ο δρόμος για το αμάξι ήταν μικρός, κάπως κρύος, και έκανε ότι με πιάνει από το μπράτσο κάπου που είχε γούβα το πεζοδρόμιο. Η αφή της ήταν εκείνο το ήσυχο, το σταθερό, που σε πείθει ότι η βραδιά δεν τελειώνει έτσι απλά.
Μέσα στο αμάξι, σιωπή. Δε βάλαμε μουσική. Το ανοιχτό παράθυρο έβαζε μπαμπάκι το θόρυβο της Αθήνας. Δεν είπε πολλά, μόνο ρώτησε αν μπορώ κάπου να σταματήσω για λίγο, σε ένα σημείο ψηλά, που φαίνεται από μακριά ολόκληρη η πόλη αναμμένη σαν κερί. Πήγαμε, σταμάτησα.
Κι όπως καθόμασταν οι δυο μας εκεί, βουβά, έβαλε το χέρι της στον λαιμό μου και με τράβηξε κοντά της. Δεν με φίλησε αμέσως – έμεινε κοντά μου, ακούμπησαν τα μαλλιά της στο μάγουλό μου, και μύρισα το σαμπουάν της, κάτι απαλό, γυναικείο, σαν να μυρίζει παιδική ηλικία.
Μέχρι που εγώ δεν άντεξα, και της έπιασα το πρόσωπο με τα χέρια μου, διαβάζοντας τα βλέφαρά της. Δεν ξέρω αν ήταν ανακούφιση που βρέθηκαν εκεί, ή απλώς το παιχνίδι της αναμονής, πάντως η ένταση χτύπαγε κόκκινο.
Το φιλί – τι φιλί; Σαν να παίρνεις αναπνοή μετά από πολύ κολύμπι. Ή σαν να ξύπνησες από εφιάλτη και να βρήκες ένα μαξιλάρι δίπλα σου. Το πιο παράξενο, όμως, ήταν η σιγουριά της. Δεν βιαζόταν, δεν έκανε βιαστικές κινήσεις. Με κράτησε από το σβέρκο, άφησε τον χρόνο να κυλάει πάνω στις λέξεις και τα χείλη μας. Το μόνο που ακουγόταν ήταν η ανάσα μας, το αμάξι που πάγωνε, η πόλη που φαινόταν εκεί χαμηλά να κοιμάται.
Εκείνο το βράδυ δεν κάναμε έρωτα. Ανοίξαμε οι δυο μας ένα παράθυρο στον αέρα, εκεί, πάνω από την πόλη, όπου τα δάχτυλα πήραν τη δικιά τους απόφαση, τα λόγια σταμάτησαν και μόνο τα μάτια κουβαλούσαν την υπόσχεση για το τι μπορεί να ήταν η επόμενη φορά.
Όταν την πήγα σπίτι της, δεν ειπώθηκε τίποτα σημαντικό. Ένα φιλί ξανά στην είσοδο κι ένα «θα σε πάρω αύριο». Και το άφησα να γίνει έτσι — ακριβώς όπως έπρεπε να γίνει.
Αυτά έζησα. Και τα λέω τώρα, όπως ακριβώς τα ένιωσα.
Αυτή την ιστορία μας την έστειλε ο Μανώλης.
