Η γνώση του διαδικτύου στα μάτια σου!

Ερωτικές Ιστορίες – Το πρώτο φιλί στη νυχτερινή αμμουδιά του Νίκου και της Μαρίας

Δεν ξέρω αν έχουν γραφτεί πουθενά αυτά που ετοιμάζομαι να πω, αλλά εδώ που τα λέμε, τέτοιες ιστορίες υπάρχουν πολλές – απλά ο καθένας τις ζει για τον εαυτό του και σπάνια τις εξομολογείται. Ήτανε εκείνο το καλοκαίρι, που λένε, το καλοκαίρι που μοσχοβολούσε το πεζοδρόμιο από την κάψα, η μπυραρία στη γειτονιά έβραζε από τον ιδρώτα και τα γέλια και κάπου ανάμεσα, βρέθηκε κι αυτή, η Μαρία. Δεν είχα σκοπό να γίνω ρομαντικός, αλλά να, καμιά φορά σου έρχεται από κει που δεν το περιμένεις.

Την πρώτη φορά που την είδα δεν ήταν τίποτα σπουδαίο, δηλαδή να σου πω είχα πιει κάνα δυο ποτήρια – τέτοια ώρα, τέτοια λόγια. Ήρθε με παρέα, ντυμένη απλά – ένα φαρδύ παντελόνι, άσπρο μπλουζάκι, αυτό το φυσικό το μαλλί της, ατημέλητο αλλά τρέλανε τον κόσμο γύρω. Κάθισε στο απέναντι τραπέζι, με φίλους, και δεν έριξα σημασία, πού να ξέρω.

Μόνο που με τα λεπτά, κάτι σαν να άλλαζε. Ξέρεις πώς γίνεται, κοιτάζεσαι τυχαία, μετά λίγο πιο πολύ, μετά χαμογελάς, ύστερα προσέχεις που κοιτάει, λες να της άρεσαν τα αστεία που κάναμε με τα παιδιά, και το καταλαβαίνεις εκείνη τη στιγμή – φεύγει το βλέμμα σου πάνω της, και δεν λέει να γυρίσει πίσω. Έλα όμως που κι εκείνη το κατάλαβε. Στην αρχή γελούσε με την παρέα της, αλλά ώσπου να πεις κύμινο, μοιραζόμασταν κάτι μικρά βλέμματα, πλαγίως, σαν να διαβάζουμε ο ένας τον άλλον χωρίς να λέμε τίποτα.

Όταν σηκώθηκε να φύγει, ήμουν σίγουρος πως δεν θα την ξανάβλεπα – έτσι είναι τα πράγματα σε τέτοιες στιγμές, περνάει ο έρωτας φευγαλέα, καταδέχεται μια βόλτα απ’ τη ζωή σου και πάει παρακάτω. Αλλά απ’ το πουθενά μου άφησε ένα χαμόγελο και, πού να το φανταστώ, ότι το ίδιο βράδυ μου ‘στελνε μήνυμα, μέσω γνωστού. Πρώτη φορά με βρήκαν έτσι – σαν να μπήκε αέρας γεμάτος αλάτι και ήλιο στην ασφυκτική βραδινή ζέστη της πόλης.

Την άλλη μέρα βρεθήκαμε για καφέ, δίπλα στη θάλασσα, αργά, όταν είχε πιάσει να δροσίζει, με το αεράκι να παίρνει τα μαλλιά της και κάτι να σαλεύει μέσα μου. Δεν θα σου πω ψέματα, έτρεμα – τρέμω λίγο όταν μου συμβαίνει κάτι αληθινό και σπάνιο. Τα πρώτα λόγια ήταν κουβέντες αμήχανες, κάτι χαζά για τη δουλειά, για το νησί της, για το πώς μ’ είχε προσέξει κι αυτή από την πρώτη στιγμή. Αλλά, όσο περνούσε η ώρα, αυτά τα βλέμματά μας λέγανε περισσότερα απ’ τα λόγια – μιλούσαν, ρώταγαν, πειράζανε, ξυπνούσανε όλο μου το είναι.

Τα χέρια μας το ένα πλάι στο άλλο, αλλά να μην ακουμπάνε. Ήτανε το φως, ξέρεις, το φως εκείνο το σχεδόν χρυσό που βγαίνει το δειλινό στη θάλασσα, που φαίνονται όλα σαν κάπως μαγεμένα. Τη ρώτησα αν θέλει να πάμε μια βόλτα στην παραλία και δεν απάντησε – μόνο χαμογέλασε κι έκανε να σηκωθεί. Το χέρι της πίσω απ’ το αυτί, τα μάτια της κάτω απ’ τα βαριά φρύδια που έδειχναν μόνο εμένα. Κυριολεκτικά – μόνο εμένα, και δεν το είχα νιώσει ξανά αυτό.

Περπατήσαμε, ούτε που κατάλαβα πότε αφήσαμε πίσω τον κόσμο, το μαγαζί, τη φασαρία, και χαθήκαμε στη βραδινή αμμουδιά. Σιωπές και ματιές, γελάκια σιγανά, κάτι ανάμεσα σε παιχνίδι και υπόσχεση. Φτάσαμε σε κάτι βράχια, εκεί που δεν ακουγόταν τίποτα άλλο, μόνο το κύμα και η ανάσα μας – και κάπου εκεί κοντοστάθηκε. Με κοίταξε βαθιά, μ’ εκείνο το ύφος που μισό φοβάται και μισό ξέρει τι θέλει.

Ένιωσα να περνάει ρεύμα από πάνω μου όταν ακούμπησε ελαφρά τον ώμο μου, και μετά, σχεδόν επιφυλακτικά, ακούμπησε το χέρι της στη μέση μου. Δεν είπαμε τίποτα. Απλώθηκε μια σιωπή, αλλά όχι βαριά – αυτή η σιωπή που σε φέρνει κοντά, που σου κόβει την ανάσα, που νιώθεις μέσα της πως κάτι ετοιμάζεται να γίνει και δεν χρειάζονται άλλες κουβέντες. Έβαλα το χέρι μου πάνω στο δικό της και νιώσαμε και οι δύο να τρέμουμε.

Θυμάμαι μικρές λεπτομέρειες – τα μάτια της που γυάλιζαν, τη μυρωδιά της νύχτας με αρμύρα και ιδρώτα, αυτό το ανεπαίσθητο χαμόγελο της, το πώς χτυπούσε η καρδιά μου, τόσο δυνατά που φοβήθηκα μη το ακούσει. Σε μια στιγμή ήρθε κοντά, ακουμπήσαμε μέτωπο με μέτωπο, κι έμεινε έτσι, λίγα δευτερόλεπτα μόνο. Δεν υπήρξε βιασύνη· ήτανε σαν να κράτησε μια αιωνιότητα αυτή η στιγμή.

Το πρώτο φιλί ήρθε αργά, απαλά, σαν να το φοβόμασταν, αλλά κι σαν να το περιμέναμε χρόνια. Ήτανε τόσο ήσυχο, αυτό το φιλί, και ταυτόχρονα τόσο δυνατό, που όλη η παραλία έσβησε, και μαζί της κι εγώ. Εγώ, που νόμιζα πάντα ότι οι σιωπές φέρνουν κρύο. Ε, εκείνη τη νύχτα, μες στο φως του φεγγαριού και μ’ εκείνη πλάι μου, έγινε απόδειξη πως οι σιωπές καίνε – και σβήνουν όποιον τις ζει.

Μείναμε εκεί πολλή ώρα – όχι κάνοντας σαματά, ούτε βιασύνες, μόνο μιλώντας σιγά, αγγίζοντας ο ένας το χέρι του άλλου, σαν να χτίζαμε κάτι δικό μας, πολύτιμο. Δεν ξέρω πώς τελειώνουν τέτοιες σκηνές στα βιβλία, στη ζωή όμως, πολλές φορές αφήνεις ανοιχτές τις πόρτες. Δεν γυρίσαμε μαζί εκείνο το βράδυ – χωρίσαμε με ένα δεύτερο, μικρό φιλί και μια υπόσχεση στα μάτια πως αυτή ήταν μόνο η αρχή. Και ήταν, όντως, μόνο η αρχή.

Αυτά έζησα. Και τα λέω τώρα, όπως ακριβώς τα ένιωσα.
Αυτή την ιστορία μας την έστειλε ο Νίκος.

You might also like