Η γνώση του διαδικτύου στα μάτια σου!

Ερωτικές Ιστορίες – Το πρώτο βράδυ που γνώρισα την Κατερίνα

Δεν ξέρω πώς να ξεκινήσω, αλήθεια. Ίσως γιατί με το που θυμάμαι εκείνο το βράδυ, ακόμα και τώρα, μου ‘ρχεται μια ταραχή, ένα σκίρτημα στο στήθος, σαν να ‘ναι χτεσινό. Μιλούσα πάντα λίγο, τα κρατούσα τα πράγματα μέσα μου. Αλλά αυτή η ιστορία, αυτή δεν μ’ αφήνει να την ξεχάσω, ούτε για μια στιγμή. Και να, θα τη μοιραστώ όπως βγήκε απ’ την καρδιά μου.

Ήταν χειμώνας, θυμάμαι, Γενάρης, μια εποχή που οι μέρες μικραίνουν κι οι νύχτες στραγγίζουν ό,τι συνήθεια είχες. Εγώ ήμουνα σε μια φάση της ζωής που όλα μού φαίνονταν ίδια –δουλειά-σπίτι-παρέα, λίγο ποτό στο καφενείο, και μετά ξανά το ίδιο. Εκείνο το βράδυ λοιπόν, ήτανε Παρασκευή αν θυμάμαι καλά, μ’ έσυρε ο Τάκης στην παλιά, κλασική ταβέρνα στη γωνία, στην οποία πάντως δε σύχναζα.

Εκεί την είδα πρώτη φορά. Την Κατερίνα. Καθόταν με δυο φίλες της στο τραπέζι κοντά στη σόμπα, έπινε κόκκινο κρασί κι όλο γέλαγε, δυνατά. Μου ‘χε κάνει εντύπωση – όχι μόνο γιατί ήταν όμορφη, αυτό το βλέπεις εύκολα, αλλά γιατί είχε αυτό το βλέμμα – να, λες και πάνω της χόρευε ένα φως, σαν να ‘ξερε πράγματα που δεν τα ‘χες μάθει εσύ. Κι εγώ, όσο θυμάμαι τον εαυτό μου, μπροστά σε τέτοιο βλέμμα πάντα μαγκωνόμουν.

Καθόμουν απέναντί της, σ’ απόσταση δηλαδή, μα για κάποιο λόγο κοιταζόμασταν όλη την ώρα. Στην αρχή δισταχτικό – λίγο να χωρίζει το βλέμμα, μετά πάλι επιστροφή, σαν παιχνίδι που αρχίζει και δεν έχεις καταλάβει ακόμα ότι θες να παίξεις. Ένιωθα το αίμα μου να χτυπάει στους κροτάφους, με μούδιαζαν τα χέρια, ενώ δεν είχα πιει ούτε ένα ποτό ακόμα.

Μ’ έσπρωξε ο Τάκης, έλα, μου λέει, να σε συστήσω, την ξέρει λέει από παλιά. Πλησιάζουμε το τραπέζι, κι εκείνη, χωρίς να χαμηλώσει το βλέμμα, λέει χαμηλόφωνα: “Εσύ δεν είσαι που ποτέ δεν μιλάς πολύ;” Γούρλωσα τα μάτια, χαμογέλασα, ένιωσα λίγη αμηχανία, αλλά κάπως χάρηκα – γιατί με πρόσεξε, κατάλαβες; Κι έτσι, απρόσμενα, βρέθηκα να κάθομαι δίπλα της, με το κρασί μπροστά, και να προσπαθώ να ψελλίσω δυο κουβέντες παραπάνω.

Οι φίλοι της μιλούσαν μεταξύ τους. Εμείς οι δυο, όμως, κάναμε σαν να ήμασταν αλλού. Στην αρχή ήμασταν διστακτικοί, ψάχναμε μια λέξη για να ακουμπήσουμε ο ένας τον άλλον. Λίγο λίγο, ήρθε πιο κοντά, ακουμπούσε τάχα κατά λάθος τον αγκώνα μου. Να σου πω, πρώτη φορά μετά από καιρό ήθελα να πιάσω ένα χέρι και να μην το αφήσω, μολονότι δεν το έκανα. Ανέπνεε βαθιά, κοντά μου, μύριζε βρεγμένο κασκόλ και τσιγάρο, και κάπως, και παλιό άρωμα που δύσκολα να το ξεχάσεις.

Η φωνή της έπεφτε σιγά, έλεγε μικρά πράγματα, καθημερινά. Εγώ, για πρώτη φορά έβρισκα θάρρος να της πω τι με βαραίνει, άσχετα απ’ ό,τι είχα μάθει για τον εαυτό μου. Γυρίσαμε και οι δυο τα κεφάλια μας εκείνο το βράδυ, όχι για να κοιτάξουμε γύρω, μα για να κρυφτούμε λίγο απ’ τον κόσμο, ο ένας μες στον άλλον. Κι όσο κοίταζα τα μάτια της, το ένιωθα – αυτή η γυναίκα δεν είναι περαστική. Αυτή ήρθε για να μείνει στο μυαλό μου.

Αργά, πολύ αργά φύγαμε, το μαγαζί είχε αδειάσει, μόνο το προσωπικό μάζευε τα ποτήρια. Έξω είχε ψύχρα. Προχωρήσαμε πλάι-πλάι στο πεζοδρόμιο, ψηλαφώντας σχεδόν τα φύλλα που σπρώχνει ο αέρας. Όσο περπατούσαμε, άγγιζε το μπράτσο μου, μια φορά – λες και ήθελε να με σιγουρέψει ότι ήταν αληθινό. Εγώ χαμογέλασα, βαθιά, όχι μόνο με τα χείλη μα με την ψυχή μου.

Φτάσαμε σπίτι της – “Να έρθεις πάνω;”, ρώτησε, άμα χαμηλοφώνωσαν όλα μέσα μου για μια στιγμή. “Να, μόνο να πιούμε έναν καφέ. Ή να μιλήσουμε. Όπως θες.” Τι να σου πω, δεν χρειαζόταν να το σκεφτώ. Έγνεψα, ανέβηκα δίπλα της τις σκάλες.

Κι εκεί, στο φουαγιέ, κοντά στη μισογερμένη πόρτα, στάθηκε μπροστά μου, με κοίταξε στα μάτια. Δεν με φίλησε αμέσως. Έκανε απλώς εκείνο το βήμα το μικρό, που χωρίζει τη συνήθεια από την επιθυμία. Το χέρι της έπιασε το δικό μου, σφιχτά, και μου έκανε ένα νεύμα.

“Κρυώνω λίγο,” είπε. “Εσύ;” Δεν της απάντησα με λέξεις – την άφησα να καταλάβει. Κι έπειτα, πριν το σκεφτούμε καν, ήρθε το πρώτο φιλί – όχι γρήγορο, ούτε άγουρο. Ήτανε σαν να σμίγει ύστερα από καιρό κάτι γνώριμο κι όμως καινούργιο. Τα χέρια της έτρεμαν ανεπαίσθητα, τα δικά μου το ίδιο. Δεν βιαστήκαμε. Μείναμε έτσι, σιωπηλοί, για λίγα λεπτά. Άκουγα την ανάσα της. Ένιωθα τα μάγουλά της ζεστά.

Ο καφές έμεινε στο βραστήρα. Καθίσαμε στον καναπέ, πια πρωί – ούτε που το καταλάβαμε. Μιλήσαμε λίγο-λίγο, για ό,τι μπορείς να πεις όταν δεν σ’ ενδιαφέρει να μιλήσεις άλλο, γιατί όλα τα υπόλοιπα γίνονται σιωπή.

Την άλλη μέρα έφυγα βιαστικά, αλλά όχι βιασμένος – ήθελα να της δώσω χρόνο. Λίγες μέρες αργότερα ξαναβρεθήκαμε. Δεν έγιναν όλα εύκολα, όχι. Τα πράγματα τα αληθινά ποτέ δεν έρχονται έτσι. Αλλά εκείνο το πρώτο βράδυ, έτσι όπως με άγγιξε, έτσι όπως χτύπησε η καρδιά μου, άφησε μέσα μου κάτι που δεν έσβησε.

Αυτά έζησα. Και τα λέω τώρα, όπως ακριβώς τα ένιωσα.

Αυτή την ιστορία μας την έστειλε ο Βασίλης.

You might also like