Ερωτικές Ιστορίες – Το πρώτο βλέμμα στο καφενείο που άλλαξε τη ζωή του Κώστα
Δεν ξέρω πώς βρίσκουν οι άλλοι τον έρωτα, αν τους χτυπάει καμιά καμπάνα, αν το καταλαβαίνουν όταν έρχεται. Εγώ το κατάλαβα με ένα βλέμμα – έτσι απλά. Ήταν σ’ ένα παλιό καφενείο, να φανταστείς, εκεί που μαζεύονται όλοι οι μόνιμοι της γειτονιάς και παίζουν τάβλι, με τα κουταλάκια να χτυπάνε στα φλιτζάνια και τα στόματα να κουβεντιάζουν πάντα τα ίδια. Ήρθα μετά τη δουλειά, ήμουν ζαλισμένος απ’ το μεροκάματο, και χώθηκα σ’ ένα τραπεζάκι στη γωνία. Ούτε που την είχα προσέξει όταν μπήκε. Ήρθε και κάθισε βιαστικά, δύο τραπέζια πιο πέρα, με μια φίλη της. Κι όπως στρίβει τα τσιγάρα και γελάει σιγανά, ένιωσα μια σκιά να με διαπερνά στο στέρνο. Νομίζω πως πρώτη φορά αναστέναξα έτσι, χωρίς να ξέρω καν γιατί.
Από εκεί κι έπειτα, όλα ήταν θέμα αναμονής. Βασανιστικής υπομονής, να το πω κι αλλιώς. Κάθε φορά που ερχόταν, εγώ κρυφοκοίταζα την πόρτα μην τυχόν και αργήσει. Κι εκείνη, με το που έμπαινε, έψαχνε το χώρο και σταθερά σταματούσε το βλέμμα της πάνω μου. Αυτό το βλέμμα δεν ήταν ποτέ ίδιο. Άλλες φορές ήταν σκανταλιάρικο, άλλες φορές βαρύ. Κάπου, λίγο μετά τον δεύτερο μήνα, τόλμησα και της χαμογέλασα φαρδιά πλατιά – όχι δήθεν. Μου το ανταπέδωσε με μια χαιρετούρα μικρή, σαν να ’λεγε «επιτέλους».
Μια Τρίτη, το θυμάμαι σαν τώρα, βρεγμένη βραδιά κι ο αέρας να κάνει θόρυβο στα δέντρα. Μπήκε με τη μαλλί ριγμένο στους ώμους, κι ένα συννεφάκι από άρωμα μπήκε μαζί της. Ήμουνα σχεδόν μόνος, κι όπως δίσταζα να σκεφτώ αν θα την πλησιάσω, εκείνη ήρθε πρώτη. Κάθισε απ’ την απέναντι πλευρά του τραπεζιού, ούτε ένα μέτρο απόσταση. Και μιλήσαμε όπως μιλάνε άνθρωποι που ξέρουν ήδη πολλά για τον άλλον χωρίς να τα ’χουν πει. Μου είπε για τον γιο της, εγώ για το εργοστάσιο. Ανέφερε ότι πάντα ήθελε να φτιάξει κάτι δικό της, κι εγώ πως μου λείπει η θάλασσα. Πολλά μικρά–μικρά και αφελή. Κάποια στιγμή γελάσαμε μαζί, τόσο δυνατά και τόσο λυτρωτικά, που κράτησε ο γέλωτας μέχρι έξω απ’ το μαγαζί, στη στάση.
Εκείνη τη φορά, δεν χαιρετηθήκαμε ούτε με φιλί ούτε με αγκαλιά, όμως φύγαμε κρατώντας ο καθένας ένα κομμάτι απ’ τον άλλον. Το κατάλαβα απ’ τη σιωπή της νύχτας μετά – έλειπε ένα κομμάτι από μένα. Κι όλο σκεφτόμουν τα δάχτυλα της που έστριβαν το τσιγάρο, τη διαδρομή που έκανε οι παλάμη της στα γόνατα, όταν κάθονταν ντροπαλή λίγο-λίγο στην αρχή κι ύστερα πιο πρόθυμη να αφεθεί.
Το καλό άργησε, μα έγινε. Ήταν μια Παρασκευή, κατά τις οκτώ, που έβρεχε πάλι. Είπαμε να βρεθούμε κάπου αλλού, όχι στο καφενείο, να μη μας βλέπουν. Πήγαμε σ’ ένα παλιό μπάρ στη Χαριλάου. Ερημιά. Δύο – τρεις μόνες παρέες για φόντο, και χαμηλά φώτα, από εκείνα τα κιτρινωπά που κάνουν τα πάντα να φαίνονται πιο γλυκά. Πήραμε μπίρες, κάναμε αστεία, αρχίσαμε να καθόμαστε όλο και πιο κοντά. Κάθε φορά που με ακούμπαγε δήθεν κατά λάθος, ένιωθα σαν να με χτυπάει ρεύμα. Έφτανε να φέρει το χέρι της πάνω στο μπράτσο μου κι εγώ να νομίζω πως θα μ’ ακούσουν οι καρδιές μας να χτυπάνε τόσο δυνατά.
Έπιασα να της λέω κάτι για τα χρόνια μου στο στρατό, εκείνη με κοιτούσε στα μάτια, δεν έφευγε το βλέμμα ούτε στιγμή. Ξαφνικά μου είπε: «Άκου, εγώ δεν τα πολυπάω με τα λόγια, αλλά να ξέρεις πως νιώθω ένα περίεργο πράγμα κάθε φορά που σ’ αντικρίζω». Εκεί λύγισα. Δεν απάντησα τότε, μόνο άπλωσα το χέρι και της χάιδεψα το μάγουλο σιγά. Τόσο τρυφερά που φοβήθηκα πως θα σπάσει. Έμεινε ακίνητη, με τα χείλη της μισάνοιχτα, και απλά με άφησε.
Το πρώτο φιλί μας δεν είχε καμιά βιασύνη. Ήρθε σιγά, σαν να ήξερε πως θα το περιμέναμε καιρό. Ενώθηκαν τα πρόσωπα δισταχτικά – σαν δύο ανθρώποι που κρατιούνται στα όρια μιας αβύσσου, και μόλις διασχίζουν τη γραμμή. Δεν θυμάμαι πόση ώρα μείναμε έτσι, αλλά θυμάμαι πως όταν τελειώσαμε είχαμε ιδρώσει.
Τα χέρια μας μπλέχτηκαν, όλο το βράδυ περπατήσαμε σε δρόμους άδειους, κάναμε ώρες να φτάσουμε ως το αυτοκίνητό της. Κάθε τόσο σταματούσαμε, κάπου μεταξύ στροφής και φανάρι, και φιλιόμασταν παράφορα, όχι για να μας δει κανείς αλλά για να το νιώσουμε. Τα σώματά μας άργησαν να φτάσουν εκεί που ήθελαν, γιατί το μυαλό μας δεν ήθελε να τελειώσει αυτή τη νύχτα. Γελούσαμε σαν παιδιά, και κάθε φορά που σμίγαν τα βλέμματα, εκείνη κατέβαζε το βλέμμα και κοκκίνιζε λίγο, κι εγώ αισθανόμουν ξανά δεκάξι χρονών.
Φτάσαμε τελικά σπίτι της, αργά πολύ, σχεδόν χάραμα. Δεν θα σου πω τι έγινε λεπτομερώς – δεν έχει σημασία. Θα σου πω μόνο πως τα πρώτα φιλιά, οι αγκαλιές και οι σιωπές ήταν σαν να βάδιζα σ’ ακρογιαλιά καλοκαίρι. Οι ανάσες μας μπλέχτηκαν, κι όλο εκείνη η προσμονή των ημερών έσπασε σε δευτερόλεπτα ησυχίας, με μόνη μουσική τα κορμιά μας που τρέμουνε. Το πρωί, την είδα ξαπλωμένη δίπλα μου με τα μαλλιά ανακατεμένα και σκέφτηκα πως αυτό είναι το θαύμα που περίμενα χρόνια.
Αυτά έγιναν, κι έτσι τα έζησα. Με τον καιρό φύγανε ή αλλάξανε πολλά, μα αυτή η πρώτη νύχτα, η πρώτη σιωπή, το πρώτο άγγιγμα, έχουν μια δύναμη δική τους. Κι αν κάτι κράτησα από εκείνη, είναι πως αξίζει να περιμένεις εκείνο το βλέμμα – όσα χρόνια και να σου πάρει.
Αυτή την ιστορία μας την έστειλε ο Κώστας.
