Η γνώση του διαδικτύου στα μάτια σου!

Ερωτικές Ιστορίες – Το μοιραίο σκίρτημα του Πάνου και της Μαρίας

Δεν ξέρω αν μπορείς να το πεις έρωτα αυτό που έζησα ή απλώς εκείνο το σκίρτημα που σου μένει για πάντα, σαν να ‘χεις φάει χαστούκι και κρατάει η κάψα του. Τέλος πάντων, εγώ έτσι το έζησα. Ήμουν τότε γύρω στα τριάντα πέντε, σε μια φάση της ζωής που νόμιζα ότι τίποτα δεν με αγγίζει πια, ότι ό,τι ήταν να νιώσω, το ένιωσα στα είκοσι μου και τώρα όλα κυλάνε σαν ήσυχο ποτάμι. Και ξαφνικά, μπούκαρε στη ζωή μου η Μαρία σαν μπουρίνι.

Την είχα δει κάποιες φορές στη γειτονιά, εκεί που ψώνιζα τα ψαρικά. Ψηλή, μελαχρινή, με τα μαλλιά πάντα λουσμένα και δεμένα πίσω, να γυαλίζουν τα μάτια της λες και σου μιλάγανε πριν ανοίξει το στόμα της. Στην αρχή δε δίνα πολύ σημασία, πιο πολύ γιατί τότε είχα τα δικά μου – δουλειά, σπίτι, μια σχέση που αργόσβηνε. Αλλά, ξέρεις πως είναι… μια φορά μπλέχτηκαν τα βλέμματα στο ψυγείο με τα καλαμάρια κι από ‘κείνη τη στιγμή, σαν να σκιάχτηκε η καρδιά μου.

Άρχισα να πηγαίνω πιο συχνά για ψώνια, τάχα μου για μπακαλιάρο, τάχα για φρέσκο τόνο – ό,τι να ‘ναι, μόνο και μόνο μπας και τη δω. Μια φορά, τη θυμάμαι να φοράει ένα πράσινο φουλάρι, τυλιγμένο πρόχειρα στο λαιμό, και όταν πέρασα από δίπλα της, γέμισαν τα ρουθούνια μου άρωμα. Μια μυρωδιά γήινη, κάτι ανάμεσα σε λουίζα και βροχή. Από εκείνη τη μέρα άρχισα ν’ αντιλαμβάνομαι το χώρο αλλιώς, σαν να είχε μια γωνιά μόνο δική της.

Είναι στις λεπτομέρειες που χτίζεται η ένταση, να το ξέρεις. Δεν ήταν τα λόγια – δεν είπαμε σχεδόν τίποτα πέρα από ένα «καλημέρα» και δυο αστεία για τους σαργούς. Ήταν όμως οι σιωπές, εκείνες οι μικρές παύσεις πριν απαντήσει, που άκουγες την ανάσα της να κόβεται για δευτερόλεπτο, και σου ‘κανε το στομάχι κόμπο.

Μια μέρα του Μάη έγινε η αρχή. Με είδε που κρατούσα δυο σακούλες και μου πρότεινε να με κεράσει καφέ, τάχα γιατί νόμισε πως είμαι κουρασμένος. Πήγα μαζί της, σχεδόν μουδιασμένος, στο παλιό καφενείο τέρμα της αγοράς. Εκείνο το πρωινό είχε ήλιο και ο τόπος μύριζε γιασεμί – η Αθήνα γιορτάζει πάντα με τα λουλούδια της τέτοια μέρα. Καθίσαμε σε δυο καρέκλες κολλητά, κι εγώ, λες και δεν ήξερα τι να πω, άρχισα να μιλάω για σαχλά, ιστορίες από το στρατό ή παιχνίδια μικρός. Αυτή χαμογέλαγε μ’ έναν τρόπο που ήξερες ότι έχει καταλάβει περισσότερα απ’ όσα λες. Ο καφές τελείωσε και κανείς μας δεν ήθελε να φύγει.

Βγήκαμε στον ήλιο. Εκεί, στο φως του δρόμου, κοιταχτήκαμε λίγο παραπάνω απ’ ό,τι σηκώνει η ώρα – εκείνο το κοίταγμα που λες, τα είπαμε όλα τώρα, το πράγμα έχει πάρει μπρος και δεν μαζεύει. Της έπιασα το χέρι σχεδόν αυθόρμητα, και ήταν σαν να μ’ έλουσε ηλεκτρικό ρεύμα απ’ τα δάχτυλά της. Δεν μιλήσαμε ούτε για στιγμή μετά από αυτό, μέχρι που βρεθήκαμε κάτω απ’ ένα δέντρο στην άκρη της πλατείας.

Η Μαρία με κοίταγε με εκείνο το παιδικό, το διστακτικό βλέμμα, αλλά ταυτόχρονα γεμάτο σιγουριά. Άπλωσα το χέρι και της χάιδεψα το μάγουλο – επιδερμίδα απαλή, ζεστή από τον ήλιο. Εκεί, χωρίς πολλά-πολλά, άφησε το κεφάλι της να γείρει επάνω μου. Τίποτα δεν ήταν ακόμα ξεκάθαρο, αλλά μέσα σε κείνα τα δυο λεπτά, λες και βούλιαξα σε άλλη ζωή. Ήταν τέτοια η ένταση που δεν χρειαζόταν φιλί – μόνο η ανάσα μας μπλεκόταν, και μια ελαφριά τρεμούλα στις φλέβες.

Αρχίσαμε να βρισκόμαστε συχνά. Μια στο μπαλκόνι του σπιτιού της, που ‘χε γεμίσει βασιλικούς και δυόσμους. Ένα βράδυ άνοιξα το παράθυρο, κι αυτή εμφανίστηκε φορώντας το πουκάμισο μου – να με κοιτάει με εκείνο το βλέμμα που έχει το κύμα λίγο πριν σκάσει στην άμμο. Δεν κάναμε βιασύνες. Πάντα πρώτα τα βλέμματα, μετά τα χέρια να σιγουρεύονται το άγγιγμα, να τρέμει λίγο η φωνή όταν λέγαμε «καληνύχτα». Ένα απόγευμα βγήκαμε βόλτα με το αυτοκίνητό της στην παραλιακή, άνοιξαν τα παράθυρα, μας χτύπαγε το αγιάζι κι ακούγαμε τραγούδια σαν να ‘μαστε πιτσιρίκια.

Όλα κράτησαν λίγους μήνες. Δεν είχε σημασία αν πήγε κάπου ή όχι. Ήταν έντονο, γεμάτο από εκείνα τα «σχεδόν»: σχεδόν είπαμε πως αγαπιόμαστε, σχεδόν φύγαμε μαζί, σχεδόν πιάστηκαν οι ζωές μας κόμπο. Έμειναν τα βράδια με τα μισόλογα, τα σβηστά φώτα, τα χέρια που ψάχνανε το άλλο σώμα σαν να ‘ταν κάτι ιερό. Δεν θα ξεχάσω ποτέ εκείνη τη φορά, που όλα έμοιαζαν σταματημένα και ησυχία. Μόνο η καρδιά μου ακουγόταν, δυνατά, να χτυπά στο στήθος της, σαν τύμπανο στη γιορτή.

Το τέλος δεν είχε φασαρία, ούτε δάκρυα. Ήταν κάτι ήσυχο και τρυφερό, σαν ζεστό αεράκι. Έμεινε μόνο εκείνη η αίσθηση πως έζησα κάτι που δεν το μοιράζεσαι εύκολα, κάτι που σε αλλάζει, σε ξυπνά. Γι’ αυτό τα λέω τώρα, με την ίδια εκείνη ταραχή, γιατί είχα ανάγκη να τα βγάλω από μέσα μου.

Αυτά έζησα. Και τα λέω τώρα, όπως ακριβώς τα ένιωσα.
Αυτή την ιστορία μας την έστειλε ο Πάνος.

You might also like