Ερωτικές Ιστορίες – Το καλοκαιρινό φιλί του Μάριου και της Δάφνης
Δεν ξέρω αν τα ‘φερε έτσι η τύχη ή απλά ήταν να γίνει, αλλά αυτό που έζησα εκείνο το καλοκαίρι ακόμα με κάνει να χαμογελάω, να μου γυρνάει η καρδιά πίσω κάθε που το φέρνει η κουβέντα ή κανένα τραγούδι απ’ τα παλιά. Ήταν εκεί γύρω στον Ιούλιο, θα ‘μουνα δεν θα ‘μουνα 32, μόλις είχα φύγει απ’ μια σχέση που με είχε στύψει, και το μόνο που ήθελα ήταν να βρω τον εαυτό μου ξανά. Έπιασα λοιπόν και κλείνω ένα μικρό δωματιάκι σ’ ένα χωριό κάτω τα Μεσόγεια, χωρίς πρόγραμμα, μόνο για να ξεφύγω.
Τη Δάφνη την πρωτοείδα στο καφενείο του χωριού. Ήτανε ντάλα μεσημέρι και ‘γινε χαμός με τα τζιτζίκια, ο ιδρώτας κολλούσε πάνω μου και της τάβλας οι φωνές κοντεύαν να σκίσουν τον αέρα. Εκείνη μπήκε με κάτι ψώνια στο χέρι, φόραγε ένα φόρεμα μπλε και τα μαλλιά της ήταν μαζεμένα σε έναν χαλαρό κότσο που της άφηνε το σβέρκο ακάλυπτο. Δεν ήταν καμιά καλλονή με την πρώτη ματιά, αλλά είχε αυτό το κάτι, το αληθινό, το αέρινο που δεν ξεκολλάς τα μάτια σου.
Κάθισε δυο τραπέζια απ’ το δικό μου, έριξε ένα βλέμμα προς τα δω – νομίζω μου χαμογέλασε και λίγο αλλά μπορεί και να το φαντάστηκα. Παρήγγειλε καφέ γλυκό, ο καφετζής της γέλασε «εσύ θα μείνεις πάντα γλυκιά, μωρή Δαφνούλα», της λέει, κι αυτή ρίχνει ένα βλέμμα που σαν να έλεγε πολλά, αλλά από χαρακτήρα λιγομίλητη.
Πέρασαν κάμποσες μέρες, ανταλλάζαμε καλημέρες όποτε βρισκόμασταν να ψωνίσουμε, να ποτίσουμε, ή όταν σιάχναμε καμιά γλάστρα στα μπαλκόνια. Πάντα μ’ εκείνο το βλέμμα – πότε ζεστό, πότε λίγο πειρακτικό. Από μέσα μου ήμουνα σίγουρος πως κάπως θα τα φέρει ο καιρός, και δεν το πίεσα. Καθόμουνα στο σκαλάκι κάτω απ’ την ελιά τα βράδια και την έβλεπα απέναντι που φρόντιζε τα λουλούδια της, μα δεν μίλαγε πολύ. Μονάχα τα μάτια της γελούσαν καμιά φορά, όταν της έστελνα ένα σιγανό «καληνύχτα».
Ένα βράδυ, είχε πανηγύρι στο χωριό για την Αγία Μαρίνα. Μαζεύτηκαν όλοι στην πλατεία, έψηναν σουβλάκια, και κάτι παππούδες είχαν πιάσει την κιθάρα και το μπουζούκι. Εγώ, ξένος άνθρωπος, δεν ήξερα και πολλούς, αλλά με καλωσόριζαν, μου έβαζαν μεζέ στο πιατάκι, τσούγκριζαν μερακλίδικα. Κάποια στιγμή η Δάφνη ήρθε και στάθηκε δίπλα μου. Μύριζε λουίζα και είχε τα μαλλιά της λυτά. «Θα χορέψεις καθόλου ή μόνο θα κοιτάς;» μου λέει, έτσι πειραχτικά που κόμπλαρα.
«Θα χορέψω», τής απαντάω, και δεν ξέρω πώς βρέθηκα να της κρατάω τα χέρια στον κυκλωτικό, ζεϊμπέκικο που ξεκίνησαν τα παιδιά. Ήμασταν μόνο εμείς οι δύο σχεδόν, κι όλοι οι άλλοι γύρω μάς κοίταζαν – αλλά εκείνα τα δευτερόλεπτα ήτανε σα να μην υπήρχε άλλος στον κόσμο. Ένιωθα την παλάμη της να ιδρώνει στη δική μου, τα δάχτυλά της να σφίγγουν πιο πολύ καθώς το τραγούδι φούσκωνε, και στα μάτια της διάβαζα κάτι που ‘χα καιρό να δω. Ένα άνοιγμα. Ένα άγχος κι ανυπομονησία μαζί – το ίδιο που είχα κι εγώ.
Αργότερα, όταν είχε ψιλοσκοτεινιάσει και το πανηγύρι έριχνε ρυθμούς, πήραμε τον δρομάκο για τα σπίτια. Περπατούσαμε δίπλα – δίπλα, δεν μιλάγαμε. Μόνο ακούγονταν τα βήματά μας στις πλάκες και τα τριζόνια στους θάμνους. Μπήκαμε στα χωράφια, μόνο και μόνο για να παρατείνουμε τη βόλτα, κι εκεί την είδα να σταματάει, να κάθεται πλάι σε μια συκιά. Έκατσα κι εγώ. Μου λέει χαμηλόφωνα, «ξέρεις, σ’ έβλεπα που με κοίταγες», κι εγώ της είπα πως αν δεν με κοιτούσε κι εκείνη, ούτε που θα είχα βρει το θάρρος να της πω καλημέρα καν.
Η ένταση ήταν τέτοια που με δυσκολία έμπαινε αέρας στα πνευμόνια. Για λίγο, σταθήκαμε σιωπηλοί, μόνο κάτι νυχτερίδες έκαναν κύκλους από πάνω μας και μύριζε χώμα νυχτερινό. Δεν την άγγιξα πρώτος – αυτή έφερε το χέρι της και το ακούμπησε στο μπράτσο μου. Εγώ έγειρα και τέντωσα τη φωνή μου: «θέλω να σε φιλήσω». Δεν απάντησε, απλώς έγειρε λίγο ακόμα προς εμένα. Κι έτσι, εκεί μέσα στη σκοτεινιά, ανάμεσα σε φύλλα και ξερές πέτρες, την φίλησα.
Τα πάντα ήταν αργά, δισταχτικά, σαν να μην θέλαμε να τελειώσει. Αγγίζαμε ο ένας τον άλλον δειλά, με τα χέρια να ψάχνονται, να δένονται, να βρίσκουν σημεία που πονούσαν κι αναστέναζαν απ’ όσα κουβαλούσαμε μέσα μας. Δεν έγινε τίποτα παραπάνω εκείνη τη νύχτα – μόνο εκείνο το φιλί που κράτησε μια αιωνιότητα, και μια αγκαλιά που δεν ήθελε να χαλαρώσει. Γυρίσαμε κι οι δυο στ’ αυλές μας, είπαμε «καληνύχτα» χωρίς να σηκώσουμε φωνή.
Τις επόμενες μέρες, τα βλέμματα φούντωναν όλο και πιο πολύ. Όταν συντυχιζόμασταν, και καλά τυχαία, δίπλα στο ποτάμι ή στο στενάκι, βάζαμε τα χέρια στις τσέπες για να μην δείξουμε πόσο θέλαμε ο ένας τον άλλον. Όλα όσα είχαμε στο μυαλό μας ήταν στα αγγίγματα, στα αγκίγματα, στα αμήχανα χαμόγελα που χαρίζαμε, σαν να φοβόμασταν να ξανακάνουμε το παραπάνω βήμα, μην και το χαλάσουμε. Είχα χρόνια να νιώσω τέτοια αναμονή. Είχα χρόνια να νιώσω τον χρόνο να κολλάει στην προσμονή.
Τελικά, εκείνη διάλεξε τη στιγμή. Μία μέρα που είχε πιάσει ένα δυνατό αεράκι κι ο ουρανός είχε πάρει κεραμιδί χρώμα στο ηλιοβασίλεμα, ήρθε στο δωμάτιό μου χωρίς να χτυπήσει. Δεν είπε τίποτα – μόνο στάθηκε για λίγο στην πόρτα, με κοίταξε ίσια στα μάτια κι έκλεισε την πόρτα πίσω της. Την αγκάλιασα σιωπηλά, της φίλησα τους ώμους, τα μάγουλα και το μέτωπο, κι έμεινα να ακούω την ανάσα της κοφτή και χαμηλή, που μύριζε πια αλλιώς, πιο κοντά, πιο δική μου.
Να σταματούσε εκείνη η στιγμή θα ήταν αρκετό. Παρέδωσα τον εαυτό μου σε κάθε βλέμμα, κάθε χάδι. Δεν θυμάμαι κάθε λέξη που ειπώθηκε, ούτε θέλω να πω περισσότερα. Μόνο ότι ό,τι έγινε, έγινε όμορφα, γλυκά, όπως το είχαμε ονειρευτεί, χωρίς βιασύνες, με ειλικρίνεια, με μια λαχτάρα που χώρεσε όλου του καλοκαιριού τα απογεύματα.
Σαν τελείωσε ο Αύγουστος, η Δάφνη έφυγε — είχε τη ζωή της, είχα κι εγώ τη δική μου. Δεν υποσχεθήκαμε τίποτα, δεν δώσαμε όρκους. Μα κάθε καλοκαίρι, σαν πίνω τον πρώτο μου ελληνικό κάτω από κάποια ελιά, στη γλώσσα μου ξαναφέρνω εκείνο το πρώτο φιλί.
Αυτά έζησα. Και τα λέω τώρα, όπως ακριβώς τα ένιωσα.
Αυτή την ιστορία μας την έστειλε ο Μάριος.
