Η γνώση του διαδικτύου στα μάτια σου!

Ερωτικές Ιστορίες – Το καλοκαιρινό φιλί του Βασίλη και της Άννας

Δεν ξέρω πώς να το ξεκινήσω… Καμιά φορά νομίζω ότι είναι πιο δύσκολο να μιλήσεις γι’ αυτά που σ’ έχουν κάνει να τρέμεις χέρια και πόδια από αγωνία, παρά γι’ αυτά που σε πόνεσαν. Την ιστορία την έχω μέσα μου καιρό τώρα, κρυφή, δεν το ‘χω πει πουθενά. Ήρθε η στιγμή.

Ήτανε καλοκαίρι πέρσι, μέσα Ιουλίου. Δούλευα σ’ένα πολυκατάστημα στη Νίκαια, τίποτα σπουδαίο, ράφια κυρίως και ταμείο. Είχε μπει ο καύσωνας, θυμάμαι ίδρωνα με το που έβγαινα στο πεζοδρόμιο κι η στολή να κολλάει πάνω μου, λες κι ήθελε να μη βγω ποτέ απ’ αυτή. Οι πελάτες τις περισσότερες φορές με το ζόρι σε κοιτάνε, όλοι βιαστικοί, να τελειώσουν τα ψώνια τους γρήγορα. Μέχρι που μπήκε εκείνη.

Η Άννα. Να σου πω, όχι ότι ήτανε μοντέλο, αλλά είχε αυτό το κάτι, που σ’άναβε από μακριά. Σγουρά μαλλιά, καστανά μάτια και ένα χαμόγελο λίγο λοξό, σαν να ξέρει κάτι παραπάνω για σένα. Την πρωτοείδα μια βάρδια απόγευμα, μόλις είχε μπει ο ήλιος κι εγώ μάζευα κάτι κασόνια. Ζήτησε κατεψυγμένα μπιφτέκια – ακόμα το θυμάμαι, δεν ξέρω γιατί – και μου ‘κανε μια ερώτηση τελείως αδιάφορη. Αλλά το βλέμμα της, αχ, εκείνο το βλέμμα… Ήταν λες και μου ‘κλεινε μάτι, λες και με δοκίμαζε να δει αν θα το πιάσω.

Τις επόμενες μέρες, άρχισε να έρχεται πιο τακτικά. Πότε από το πρωί, πότε απόγευμα, πάντα στα ίδια διαδρόμους, πάντα με τα μάτια να ψάχνουν εμένα να με βρουν. Κι εγώ… πού να παραδεχτώ πως περίμενα ν’ακούσω το “Καλημέρα σας” της; Ένιωθα τους ρυθμούς μου να αλλάζουν σιγά – σιγά, η καρδιά να μου ανεβαίνει στον λαιμό σαν έφηβος.

Ένα βράδυ Σαββάτου, το μαγαζί έκλεινε, ήμασταν εγώ, ο Πέτρος κι ο Νίκος, κάτι συνάδελφοι. Μπήκε τελευταία στιγμή, κι άρχισε να χαζεύει σκόρπια στα ράφια. “Δεν θα προλάβει, λέω, τι ψάχνει τέτοια ώρα;” Πάω να τη βοηθήσω δήθεν ευγενικά. “Ό,τι και να ψάχνω, το βρήκα,” μου λέει και μου σκάει το χαμόγελο εκείνο, το λοξό της. Δεν άντεξα, χαμογέλασα και εγώ, κι εκεί, πάνω στο ράφι, τα δάχτυλά μας ακουμπάνε τυχαία.

Ταράχτηκα, δεν λέω ψέματα. Τράβηξα το χέρι μου κάπως αδέξια, αλλά εκείνη γέλασε σαν να της άρεσε. Βγήκαμε έξω, κλείσαμε, κι αυτή μείναμε να μιλάμε στην είσοδο, στο πεζούλι. Η νύχτα μύριζε ασφάλτινο καλοκαίρι, βαριά, με κουνούπια και φάλτσο ραδιόφωνο κάπου στο βάθος. Μου ζήτησε αναπτήρα, μα δεν κάπνιζε, απλά βρήκε αφορμή να μείνει λίγο ακόμα.

Βρεθήκαμε ξανά. Και ξανά. Έξοδοι και ποτά, βόλτες ως τη θάλασσα στην Πειραϊκή, χαβαλές, πειράγματα, βασανιστικές κοντινές στιγμές. Ένα βράδυ στη βεράντα της, έξι ορόφους πάνω απ’ τη φασαρία, κάναμε ότι κοιτούσαμε την πόλη. Η φωνή της χαμηλή, “μου αρέσει να με κοιτάς έτσι”, μου λέει. Οι λέξεις λες και κρέμονταν στην άκρη του φιλιού – φευγάτες, αβέβαιες.

Την πλησίασα, δίπλα της, τα γόνατα ελάχιστα να ακουμπάνε. Είχε μια μελαγχολία στο βλέμμα αλλά κι ένα φως τρελό στα μάτια. Έβαλε το χέρι στο χέρι μου, δειλά στην αρχή, μετά πιο σίγουρα. “Κρυώνεις;” ρώτησα γελώντας, ενώ ο ιδρώτας κυλούσε στο μέτωπό μου. “Όχι, αλλά είναι ωραία εδώ”, είπε γυρνώντας προς το μέρος μου. Και τότε, χωρίς πολλές κουβέντες, κολλήσαμε πρόσωπο με πρόσωπο. Ήταν απ’ τα φιλιά που πρώτα σε σταματάνε κι ύστερα σου δίνουν ανάσα, τα σιγανά, τα αργά, – βήμα – βήμα, από τα καλά.

Εκείνο το βράδυ μείναμε μαζί, στο μπαλκόνι, μ’ένα παλιό σεντόνι για κάλυμμα κι ένα φωτιστικό του δρόμου να μας κάνει σκιά. Μίλησα λίγο, είπε πιο λίγα εκείνη. Περίσσευαν οι κουβέντες άλλωστε – τα μάτια, τα αγγίγματα κι ο παλμός μιλούσαν πιο δυνατά. Θυμάμαι να σκάει γέλια ξαφνικά – άγριο, απ’ το πουθενά – και να μου τσιμπάει το χέρι. Ύστερα ησυχάζαμε, και ξαναρχίζαμε με τα μάτια εκείνες τις δύσκολες ομολογίες που μόνο σ’ ερωτευμένους συμβαίνουν. Να τσακίζεσαι να αγγίξεις λίγο δέρμα, κι αυτή να σε φέρνει κοντά της, πιο κοντά.

Πέρασε καιρός έτσι, μη σου λέω ψέματα, όχι ακριβώς σχέση, μα κάτι ανησυχητικά δυνατό, ούτε φίλοι, ούτε αδιάφοροι – στο τεντωμένο σύρμα. Μια νύχτα του Σεπτέμβρη, μού είπε πρέπει να φύγει. Είχε βρει δουλειά σε άλλη πόλη – έπρεπε λέει να το δοκιμάσει, να μη μείνει στάσιμη, να μην ξεχάσει τον εαυτό της εκεί, στη βεράντα και σ’ εμένα. Ήπιαμε τελευταία φορά καφέ, στο ίδιο σημείο, ίδια ώρα, με βλέμμα αλλού και το χέρι της λίγο πιο παγωμένο. Με χαιρέτησε με το κεφάλι κι ύστερα με φίλησε, αργά, εκείνο το φιλί που αντέχεις για έναν χειμώνα κι ακόμα παραπάνω.

Έφυγε, κι εγώ για μέρες ξύπναγα σχεδόν θυμωμένος. Όμως ήξερα πως ό,τι έζησα μαζί της, δεν το έχω ξαναζήσει – ούτε ξέρω αν θα το ξαναβρώ. Ήταν εκείνο το τσίμπημα στο χέρι, το γέλιο στη μέση της νύχτας, τα φώτα της πόλης στα μαλλιά της κι εκείνο το βλέμμα, που σε διαπερνούσε χωρίς να ζητήσει εξηγήσεις.

Αυτά έζησα. Και τα λέω τώρα, όπως ακριβώς τα ένιωσα.

Αυτή την ιστορία μας την έστειλε ο Βασίλης.

You might also like