Ερωτικές Ιστορίες – Το καλοκαιρινό ξύπνημα του Τάσου και της Δανάης
Δεν ξέρω πώς να το ξεκινήσω, αλλά θα το πω όπως βγαίνει. Μια φορά κι έναν καιρό, ήμουνα 34 χρονών, χωρισμένος, και τα είχα δει όλα απ’ τα ζόρια. Δούλευα σε ένα μάστορα, έπιασα να φτιάχνω πάτωμα σ’ ένα παλιό σπίτι κάτω στου Ψυρρή. Αυτές οι μέρες μου ήταν όλες ίδιες – πρωινό ξύπνημα, καφές στην καντίνα, μετά όλη μέρα να ιδρώνω και να τρέχω για το μεροκάματο. Και το βράδυ σπίτι, μοναξιά. Να, κάπως έτσι ήτανε και εκείνη τη μέρα που μπήκε στη ζωή μου η Δανάη.
Η Δανάη ήταν ανιψιά της ιδιοκτήτριας. Μια κοπέλα γύρω στα τριάντα, όχι τίποτα εξεζητημένο, μα είχε αυτό το δύσκολο βλέμμα, το βαθύ. Ήρθε για λίγο να μαζέψει κάτι χαρτιά. Ήταν με ένα απλό λευκό φουστάνι, τα μαλλιά της δεμένα ψηλά. Την είδα να σταματάει δίπλα μου, να κοιτάζει επίμονα το πάτωμα, υποτίθεται, μα εγώ ένιωσα ότι κοιτάζει εμένα. Προσπάθησα να μην το δείξω, αλλά μου κόπηκε για λίγο η ανάσα.
Με ρώτησε πώς πάει το μερεμέτι. Ξέρεις, δεν χρειαζόταν καν να της απαντήσω, το ήξερε ήδη απ’ τα ξύλα, το θόρυβο, την αγγαρεία. Αλλά περίμενε μια κουβέντα. Της χαμογέλασα – από εκείνα τα χαμόγελα που έχεις να κάνεις καιρό. Εκείνη δεν κουνήθηκε απ’ τη θέση της, συνέχισε να με κοιτάει. Ξέρεις, αυτό το βλέμμα που σε γδύνει – κυριολεκτικά και μεταφορικά.
Δεν είπαμε τίποτα άλλο τότε. Μόνο μου άφησε εκείνο τ’ αδιόρατο άρωμα και τ’ αληθινό της χαμόγελο. Έφυγε ήσυχα, όπως ήρθε. Εγώ, εκείνη τη στιγμή, κατάλαβα πως κάτι αλλάζει. Έστω και για λίγο.
Τις επόμενες μέρες τη σκεφτόμουν συνέχεια. Σαν έφηβος. Τσακωνόμουν με τα ξύλα, τα καρφιά πέφταν κάτω, μου ξέφευγε το σφυρί. Το βράδυ, όταν μ’ έπαιρνε ο ύπνος, έβλεπα το πρόσωπό της και μ’ έπνιγε η νοσταλγία για κάτι που δεν είχα ζήσει ακόμα.
Ένα απόγευμα, προς το τέλος της δουλειάς, ξαναφάνηκε. Αυτή τη φορά πιο χαλαρή, με ένα μπλε τζιν και μια μαύρη μπλούζα. Μου ‘φερε καφέ και με ρώτησε αν θέλω παρέα στο διάλειμμα. Κάτσαμε στα σκαλάκια έξω απ’ την μαστοριά. Δεν είχε πολύ κόσμο. Εκείνη άναψε τσιγάρο, εγώ έβαλα τα χέρια στις τσέπες μου.
Ησυχία, μόνος θόρυβος τα αυτοκίνητα της Αθηνάς. Μιλήσαμε για τα πάντα και για τίποτα. Για τα σπίτια που αλλάζουν χέρια, για γονείς που μεγαλώνουν, για χαρές που κρατάνε λίγο. Η Δανάη ήξερε να ακούει – με τις σιωπές, με τα μάτια κυρίως. Έπιασα να της μιλάω για το διαζύγιο χωρίς ίδιος να το συνειδητοποιώ. Εκείνη άκουγε, μόνο με ένα νεύμα, ένα χάδι στον αγκώνα μου, να με περνάει από την παγωμάρα.
Δεν έγινε τίποτα εκείνο το απόγευμα, αλλά φεύγοντας μου ‘πιασε το χέρι. Το κράτησε, ούτε σφιχτά ούτε χαλαρά. Να, τόσο όσο για να μην το ξεχάσω μετά τη βάρδια.
Μετά, κάθε μέρα ερχόταν. Έβρισκε λόγο να εμφανιστεί, να φέρει καφέ, μια τυρόπιτα. Να κολλήσει το χέρι της λίγο στο δικό μου όταν μου δίνει κάτι. Δεν το έβλεπε κανείς, αλλά το νιώθαμε καλά κι οι δυο.
Ένα βράδυ, όπως έφευγα να κλειδώσω, βρήκα έξω απ’ την πόρτα να κάθεται σε ένα πεζούλι. Δεν είχε λόγο να είναι εκεί. Ήταν σχεδόν σκοτάδι, μόνο οι λάμπες της γειτονιάς φωτίζανε διάσπαρτα τον δρόμο. Μου είπε, “Να περπατήσουμε λίγο;” Δεν ξέρω πώς το αποφάσισα αλλά, ναι, περπατήσαμε.
Περπατούσαμε ήσυχα, δίπλα δίπλα. Ήταν εκείνο το άβολο πρώτο, που φοβάσαι να ακουμπήσεις τον άλλον και με το ζόρι συγκρατείς τον εαυτό σου. Κάποια στιγμή άγγιξε το μπράτσο μου. Δεν είπαμε τίποτα. Σταματήσαμε κάτω από μια παλιά καστανιά, το φύλλωμα φύσαγε σιγανά μες στη ζέστη του Ιούνη.
Γύρισε προς το μέρος μου και, έτσι απλά, μ’ αγκάλιασε. Δεν είπα τίποτα. Δεν ήταν αγκαλιά φίλης – ήταν από εκείνες που σε λυγίζουν στα γόνατα, που λες “καπού ξέρω αυτή τη μυρωδιά, είναι γνώριμη, αλλά τη νιώθω για πρώτη φορά”. Τα χέρια της ήταν δειλά, μα τρυφερά, τα δικά μου έτρεμαν για λίγο.
Αγγίχτηκαν τα πρόσωπά μας, αλλά δεν φιληθήκαμε τότε. Ανάσα πάνω στην ανάσα, η καρδιά μου πηδούσε. Κρατηθήκαμε έτσι για δυο λεπτά, μπορεί και παραπάνω – ο χρόνος είχε χαθεί τελείως. Με το που αποχωριστήκαμε, δεν χρειάστηκε να ειπωθεί τίποτα. Μόνο ένα «Καληνύχτα» χαμηλό και το χαμόγελό της, που έμεινε στο δέρμα μου.
Την επόμενη μέρα ήρθε νωρίς, πριν καν φτάσουν οι άλλοι μάστορες. Εγώ είχα ήδη φτιάξει καφέ, σαν να την περίμενα. Μου έδωσε το σακάκι της. Το άφησα να πέσει απ’ τον ώμο μου τυχαία, κι άφησα το χέρι μου να χαθεί για λίγο κάτω απ’ το μανίκι της, πάνω στο γυμνό μπράτσο της. Την κοίταξα στα μάτια. Είχε κάτι από ανάγκη εκεί, αλλά δεν το παραδεχόταν – κι αυτό μάλλον με τρέλαινε περισσότερο απ’ όλα.
Πέρασε έτσι καμιά βδομάδα, κάθε μέρα πιο κοντά, κάθε μέρα λίγο παραπάνω. Δεν έγινε ποτέ κάτι παραπάνω μέσα στο σπίτι που δούλευα – δεν γινόταν, μ’ έτρωγε ο φόβος μην μας δει κανείς, κι εκείνη είχε πάντα εκείνο το παιχνιδιάρικο βλέμμα που έλεγε “ξέρω τι σκέφτεσαι, αλλά άφησέ με να σε βασανίσω λίγο ακόμα”. Ήθελα να την φιλήσω με εκείνο το τρέμουλο που έχεις όταν είσαι ξεγυμνωμένος, αλλά δεν βιαζόμουν.
Ο καιρός κύλησε. Μια μέρα, αργά, όταν τελειώσαμε τη δουλειά, μου ζήτησε να την πάω μέχρι το σπίτι της δυο στενά παρακάτω. Δεν είπα όχι. Στο δρόμο, δεν κρατήθηκα – σταμάτησα, τη γύρισα προς το μέρος μου και της είπα χαμηλόφωνα πως δεν μπορώ άλλο να το κρατήσω μέσα μου. Εκείνη το ήξερε, απλά το περίμενε.
Με τράβηξε κοντά της με δύναμη, χωρίς φόβο. Με φίλησε – κανονικά, χωρίς ντροπή, στο πεζοδρόμιο, τ’ αυτοκίνητα περνούσαν γύρω, εμείς εκεί, ανάμεσα στην πόλη και στην ανάγκη. Ήταν σιωπηλή εκείνη η στιγμή, όσο θόρυβο κι αν είχε. Δεν άκουγα τίποτα, παρά μόνο να σφυροκοπάει η καρδιά μου.
Δεν χρειάστηκε να πούμε τίποτα άλλο εκείνο το βράδυ. Καταλάβαμε και οι δυο πως κάτι καινούριο είχε ξεκινήσει, κι ας ήταν ακόμα όλα ανοιχτά, αβέβαια. Φεύγοντας, μου χαμογέλασε – απ’ αυτά τα χαμόγελα που σε κρατάνε ξύπνιο το βράδυ.
Αυτά έζησα. Και τα λέω τώρα, όπως ακριβώς τα ένιωσα.
Αυτή την ιστορία μας την έστειλε ο Τάσος.
