Ερωτικές Ιστορίες – Το καλοκαιρινό μεσημέρι που γύρισε η Άννα ξανά στη ζωή μου
Το θυμάμαι ξεκάθαρα, μέρα μεσημέρι ήταν, κατακαλόκαιρο στην Αθήνα, ζέστη να στάζει ο ιδρώτας απ’ το μέτωπο με το που έκανες δυο βήματα έξω. Είχα γυρίσει από δουλειά, σκεφτόμουν μόνο ένα ντους και ξάπλα στο καναπέ, ούτε όρεξη για τίποτα άλλο. Και χτύπησε το κινητό. Είδα το όνομα της Άννας στην οθόνη, κάτι παλιό και μισοξεχασμένο, αλλά ανακάτευε πάντα το στομάχι μου.
Δοκίμασα να απαντήσω ψύχραιμος, λες και δεν είχε τίποτα μέσα μου ζωντανό ακόμα γι’ αυτό το κορίτσι, αλλά από την πρώτη φράση της το ’νιωσα. Το ίδιο αυτό τικ, ένα σφίξιμο κάτω απ’ τα πλευρά, σαν χαμόγελο και γροθιά μαζί.
«Να περάσω για καφέ;» με ρώτησε, με εκείνη τη φωνή. Λίγο βραχνή, λίγο παιχνιδιάρα, που πάντα έπαιζε μαζί μου. Είπα «έλα» χωρίς να το σκεφτώ, μετά διάλεξα βιαστικά μια μπλούζα, χτύπησα μια κούπα καφέ – λες και θα μετρούσαν αυτά, λες και μπορούσε να περιοριστεί η ένταση από το πώς μυρίζει το σπίτι ή τι μουσική παίζει.
Τη φανταζόμουν στο ασανσέρ, στο διάδρομο. Νόμιζα πως θα ’ναι όπως την ήξερα, άνετη, χαμογελαστή, πάντα μ’ αυτό το κάτι στα μάτια, σαν να σου αφήνει κάθε φορά ανοιχτή πόρτα να μπεις πιο μέσα. Μόλις άνοιξα την πόρτα όμως, ένιωσα να με διαπερνά μια αστραπή, όχι από αυτά που τα περιμένεις. Φορούσε ένα απλό φουστάνι, λινό, λες και δεν είχε κάτι σπουδαίο, και τα μαλλιά της πιασμένα πρόχειρα, ήταν όμως αυτό το βλέμμα: βραδινό, σιωπηλό, λίγο κουρασμένο, λίγο αποφασισμένο. Μπήκε μέσα, κάθισε στο μπαλκόνι, έπαιξε με το φλιτζάνι χωρίς να μιλάει.
Κι ήρθε αυτή η σιωπή, η παράξενη. Της είπα δυο ψέματα για το πώς πάω, μου απάντησε με ένα χαμόγελο λοξό. Μετά έκανε εκείνο το πράγμα που πάντα με έλιωνε: κάθεται, σπρώχνει πίσω μια τούφα και με κοιτάει στα μάτια χωρίς να χαμηλώσει το βλέμμα, λες και με ψάχνει από μέσα. Εκεί, σε εκείνα τα λίγα δευτερόλεπτα, καταλαβαίνεις πως δεν έχεις ελπίδα να το παίξεις άνετος.
«Μου ’λειψες,» μου είπε ξαφνικά, και το είπε πολύ ήρεμα, χωρίς έμφαση. Και δεν άντεξα. Χαμογέλασα πικρά, γιατί ήξερα ότι αυτά που μένουν στη μέση είναι τα πιο επικίνδυνα. Άρχισε να μου μιλάει για το πώς περνάει, για μικρά πράγματα, για μια γειτόνισσα που φωνάζει, για έναν γάτο που μαζεύει από τις ταράτσες. Αλλά όση ώρα μίλαγε, ένιωθα ότι κάθε λέξη της κι εγώ ερχόμασταν ένα βήμα πιο κοντά σ’ εκείνο που δεν έλεγε κανένας.
Μετά, χωρίς σοβαρή αφορμή, πετάχτηκε: «Θυμάσαι τον περασμένο Αύγουστο;» Έφαγα μια, γιατί πώς να ξεχάσω; Εγώ και αυτή σ’ εκείνο το νησάκι, ανέμελοι, χωμένοι ένα βράδυ σε μια ταράτσα με θέα θάλασσα και φως από τα αστερία να μας τυλίγει τα πρόσωπα. Δεν της απάντησα, μόνο κάτι χαμηλό μουρμούρισα, έτσι για να γεμίσει το κενό.
Έγειρε μπροστά, άπλωσε το χέρι και ακούμπησε τα δάχτυλά της στο γόνατο μου. Ένα τόσο δα άγγιγμα κι όμως πάγωσα. Ένιωσα για μια στιγμή την καρδιά μου να παγώνει και να ζεσταίνεται ταυτόχρονα. Με κοίταξε βαθιά στα μάτια, κι εκείνη τη στιγμή θυμήθηκα όλα όσα είχαμε ζήσει: τις φωτιές, τα γέλια, τα τσακώματα, τους ψιθύρους τα βράδια που δεν μπορούσαμε να κοιμηθούμε. Ό,τι είμαστε, τα κουβαλούσαμε ακόμη, σωριασμένα ανάμεσά μας, βαρύ φορτίο και μικρό δώρο ταυτόχρονα.
Χαμογέλασα αμήχανα, ήθελα να της πω χίλια πράγματα, δεν έβγαινε τίποτα. Έφερα το χέρι μου διστακτικά και σκέφτηκα «τώρα ή ποτέ», αλλά έμεινα να κρατάω απλά το φλιτζανάκι, άβολος και γελοίος. Τότε, πιο θαρραλέα εκείνη, έσκυψε, έφερε το πρόσωπό της κοντά, κι ένιωσα την ανάσα της σχεδόν να με αγγίζει. Τα μάτια της καρφωμένα στα δικά μου, σαν να περίμενε να δει αν το θέλω κι εγώ.
Εκεί, στα δεκαπέντε εκατοστά ανάμεσα στα πρόσωπά μας, ανάμεσα σε δυο λέξεις και μια σιωπή, χώρεσε όλο το παρελθόν κι όλη η υπόσχεση που δεν ειπώθηκε ακόμα. Δεν ήταν φιλί ακριβώς, ήταν μισή ανάσα και μια προσμονή. Άγγιξε το μάγουλο μου απαλά, κι όλος ο αέρας στο δωμάτιο μύριζε ανυπομονησία, φόβο και κάτι παλιό που γνώριζες καλά.
Το πρώτο άγγιγμα ήταν σχεδόν ανεπαίσθητο, εκείνη να πιάνει το χέρι μου τελείως φυσικά, όπως παλιά, να τρίβει με τον αντίχειρά της αθόρυβα το δικό μου, να χαμογελά αμήχανα, αλλά τα μάτια της να με λιώνουν. Κι εγώ, να νιώθω πάλι τα δεκαεννιά, εκεί, να περιμένω το επόμενο βήμα, να υποκύπτω στη δύναμη αυτού του μαζί και του χώρια.
Αργά – δεν ξέρω πώς μπήκαν έτσι οι στιγμές – βρέθηκα να της μιλάω χαμηλόφωνα, εκεί δίπλα σχεδόν μέσα στο αυτί της, να της περιγράφω πώς ένιωθα όταν έφευγε και τι μου λείπει. Εκείνη δε μίλαγε, απλά με κοίταζε, τα χείλη της μισάνοιχτα, η ανάσα της να μπερδεύεται με τη δική μου.
Δεν ξέρω μετά τι ώρα ήταν, ούτε πώς μπήκαμε στο δωμάτιο. Θυμάμαι μόνο πως όλα γίναν τόσο αργά και ήρεμα, σαν να ξανασυστήνεσαι σε κάποιον που νόμιζες πως ξέχασες, αλλά όταν τον αντικρίζεις γυρνάνε τα πάντα πίσω. Τα σεντόνια άστρωτα, το φως μισοκλείνει απ’ τα πατζούρια, οι σκιές να παίζουν φεύγοντας στους τοίχους.
Δεν υπήρχαν φωνές, δεν υπήρχαν λόγια, μόνο κάτι ψίθυροι. Και στο τέλος εκείνο το χάδι που παίρνει όλη την ανησυχία κι αφήνει μια γαλήνη, το ήξερα ότι δεν είναι για πάντα, αλλά το ευχήθηκα λίγο να είναι. Μείναμε έτσι πολλή ώρα, με δάχτυλα μπλεγμένα, με βλέμματα κολλημένα το ένα στο άλλο, λέξεις που δεν ειπώθηκαν και κάτι μικρά αστεία που μόνο οι δυο μας μπορούσαμε να καταλάβουμε.
Στο φευγιό της, ούτε φιλί, ούτε υπόσχεση. Μόνο μια τελευταία ματιά, που είπε παραπάνω απ’ όσα μπορούσαν λέξεις να πουν. Κατέβηκε τη σκάλα χωρίς να κοιτάξει πίσω κι εγώ έμεινα στην πόρτα – ίδιος όπως ήμουν στις αρχές, κι όπως ίσως είμαι κάθε φορά που η Άννα μπαίνει στη ζωή μου, έτσι αθόρυβα και τόσο δυνατά.
Αυτά έζησα. Και τα λέω τώρα, όπως ακριβώς τα ένιωσα.
Αυτή την ιστορία μας την έστειλε ο Γιώργος.
