Ερωτικές Ιστορίες – Το καλοκαιρινό βράδυ στο μπαλκόνι της Μαρίας
Δεν ξέρω πώς να αρχίσω τέτοια ιστορία χωρίς να χαμογελάσω μόνος μου, ξέρεις; Γιατί άμα σου πω, ακόμα κι αν έχουν περάσει σχεδόν δύο χρόνια, κάθε τόσο έρχεται εκείνο το βράδυ στο μυαλό μου και νιώθω έναν χτύπο στο στομάχι, σαν να γυρνάει η ταινία από την αρχή και να ξαναζώ κάθε λεπτό.
Ήταν καλοκαίρι, Αύγουστος, Αθήνα που βράζει μέσα στη νύχτα και τα τζιτζίκια να μη λένε να σωπάσουν ούτε μετά τα μεσάνυχτα. Εγώ γύρισα αργά από τη δουλειά, πτώμα, χωρίς πολλά κέφια να βγω ή να καθίσω στον υπολογιστή. Ένα μήνυμα μου ήρθε ξαφνικά, στο messenger, από τη Μαρία. Από εκείνες τις εκπλήξεις τις ωραίες τις καθημερινές, που σε κάνουν να αναρωτιέσαι “μήπως κάτι καταλάθος έγινε εδώ τώρα;”.
Η Μαρία ήταν φίλη παλιά, απ’ το σχολείο, χαθήκαμε καμιά δεκαετία, τυχαία την ξαναείδα σε μια βάφτιση πριν τρεις μήνες και από τότε μιλάγαμε πού και πού, να και τα κλασικά, “να κανονίσουμε να πιούμε έναν καφέ”. Πάντα αυτά μένουν λόγια για πλάκα, αλλά τώρα να που εκείνο το βράδυ, με μια απλή καλησπέρα, φτάσαμε να γράφουμε και να σβήνουμε μηνύματα για πάνω από μία ώρα.
Στο τέλος, μου το ‘ριξε:
– Γιατί δεν έρχεσαι τώρα εδώ; Δεν κοιμάμαι, βαριέμαι, και η βεράντα έχει δροσιά.
Κοκκίνησα μόνος μου μπροστά στο κινητό, γιατί όλο τούτο με βρήκε απροετοίμαστο. Δέκα λεπτά μετά, ήμουν ήδη έτοιμος, με μπλούζα καθαρή και απορία πού με πάει τούτη η τύχη. Τριάντα λεπτά απόσταση το σπίτι της—εκεί ψηλά στα Πατήσια. Λες και έτρεχα σε ραντεβού πρώτου έτους! Σκαλοπάτια γρήγορα, χαμόγελο χαζό, χτύπησα το κουδούνι.
Βγήκε στην πόρτα όπως θυμόμουν: ξυπόλυτη, χαλαρή, με ένα φαρδύ φούτερ πάνω από το φόρεμα, το μαλλί πιασμένο όπως όπως και εκείνο το μισό χαμόγελο που πάντα έκανε να θες κι άλλο.
– Έλα μέσα, μη φοβάσαι, δεν δαγκώνω, είπε, και μ’ έσπρωξε σχεδόν με τη ματιά της.
Καθίσαμε στη βεράντα πάνω από τις πλάκες που μύριζαν ζεστασιά όλη τη νύχτα. Μίλαγε με τα χέρια, με τα μάτια, με τον τόνο της φωνής που ψιθύριζε σα να φοβόταν να μην ξυπνήσει τη μισή Αθήνα. Δεν έβλεπα καλά το πρόσωπό της—φως είχε μόνο πίσω μας, κι όλο το φως του δρόμου ήταν μια θαμπάδα που επιδείνωνε την αγωνία.
Δυο κρασιά μέσα, το αλκοόλ χτύπησε παραπάνω απ’ όσο παραδεχόμουν, αλλά εκείνο που εμένα με έκανε να σαστίζω ήταν το πόσο συχνά, ενώ μιλούσα, ακουμπούσε το χέρι της στο δικό μου. Λεπτό χέρι, ζεστό, πάνω σε μαυρισμένο μπράτσο. Μια-δυο φορές, άφηνε το βλέμμα της κολλημένο πάνω μου, κι ένιωθα κάτι να βαραίνει τον αέρα, σαν δύο φίδια που κουλουριάζονται όσο μιλάς για ασήμαντα πράγματα.
Λέξεις ξεχνούσα, πρόταση άφηνα μισή, γιατί η προσοχή μου είχε κολλήσει πάνω της. Άκουσα το όνομά μου, καθώς το ψιθύρισε χαμηλά:
– Θοδωρή;
Γύρισα, και με κοίταξε στα μάτια, όχι στα γρήγορα, αλλά για ώρα, κάπως έτσι που δεν έγραφαν τα παραμύθια, γιατί ήτανε μια ματιά αληθινή, ανθρώπινη. Και τότε, χωρίς να το σκεφτώ, της έπιασα το χέρι καλά, για να μην το τραβήξει, και άφησα το κρασί κάτω.
Ήταν σιωπή για λίγο. Μόνο βλέμμα, ούτε χαμόγελο, ούτε ανάσα σχεδόν. Και τότε έκανε εκείνη ένα βήμα, ήπιο, και άγγιξε το πρόσωπό μου με την άκρη των δαχτύλων της. Εκεί, μεταξύ αμηχανίας και θαύματος, βρεθήκαμε πολύ κοντά. Τόσο κοντά που ακουγόταν η αναπνοή.
Δεν μπορώ να πω πότε ακριβώς ξεκίνησαν τα πρώτα φιλιά. Ήρθαν σιγά, διστακτικά, με ζήλεια και λαχτάρα μαζί. Φιλί στο μάγουλο, μετά γυρνάει το κεφάλι, φιλί στα χείλη, ανάσα κοφτή. Με κρατούσε απ’ τα μπράτσα, και εγώ προσπαθούσα να σταματήσω το τρέμουλο στα δικά μου χέρια, αλλά μάταια. Νομίζω γελούσε λίγο, έτσι όπως με κοιτούσε να κομπιάζω, αλλά γλυκά, χωρίς ειρωνεία.
Μιλούσαμε ψιθυριστά, σαν να λέγαμε μυστικά που δεν πρέπει να ακουστούν παραέξω. Τα φώτα της πόλης μακριά, μια μηχανή να περνάει στη στροφή, κι εμείς, δυο γνώριμοι που γίναμε άγνωστοι και πάλι γνώριμοι σ’ ένα μπαλκόνι του Όγδοου.
Κρατηθήκαμε εκεί, αγκαλιασμένοι, για ώρα. Δεν χρειαζόταν λόγια, μόνο δυο βλέμματα, δυο κορμιά πεινασμένα από μοναξιά, δύο άνθρωποι που βρήκαν καταφύγιο για ένα βράδυ.
Ξημέρωσε χωρίς καν να το καταλάβω. Δεν ξέρω τι ώρα κοιμηθήκαμε—αν κοιμηθήκαμε. Θυμάμαι μόνο το φως που μπαίνει απ’ το παράθυρο, το κεφάλι της πάνω στο στήθος μου, και μια αίσθηση πλήρους, σαν να είχα φτάσει εκεί που δεν ήξερα καν ότι ήθελα να πάω.
Το πρωί, ήπιαμε καφέ χωρίς πολλά λόγια, χαμογελάσαμε αμήχανα. Ήξερα πως αυτό που ζήσαμε, έτσι όπως το ζήσαμε, ήταν μοναδικό. Δεν το ψειρίσαμε, δεν το ερμηνεύσαμε, δεν το διαλύσαμε μετά στα “τι και πώς”. Έμεινε εκείνο το βράδυ, στο μπαλκόνι της Μαρίας, να το κουβαλώ σαν φυλαχτό καλοκαιρινό.
Αυτά τα έζησα. Και τα λέω τώρα, όπως ακριβώς τα ένιωσα.
Αυτή την ιστορία μας την έστειλε ο Θοδωρής.
