Ερωτικές Ιστορίες – Το καλοκαιρινό βράδυ του Νίκου και της Ελένης
Δεν ήμουν ποτέ άνθρωπος που έλεγα τα δικά μου εύκολα, ούτε που άφηνα άλλον να καταλάβει κατά βάθος πώς νιώθω. Έτσι μεγάλωσα, με τη δουλειά από μικρός, τα χέρια μου να μυρίζουν ακόμα πετρέλαιο απ’ τα μηχανουργεία και τα καλοκαίρια να είναι βγαλμένα πάντα με μια γλύκα και μια αλητεία, σαν τον ιδρώτα που σου τρέχει απ’ το σβέρκο. Εκείνο το καλοκαίρι, όμως, είχε κάτι άλλο∙ δεν ξέρω, σαν να έβραζε ο τόπος και μαζί του έβραζα κι εγώ.
Την Ελένη την γνώρισα από συγκυρία – ήμουν στην ταβέρνα του Μιχάλη, πήγα να πάρω φαγητό για το σπίτι της μάνας μου, και ήρθε να βοηθήσει στην κουζίνα εκείνες τις μέρες που είχε πολύ δουλειά. Δε θα πω ψέματα, με το που μπήκα μέσα και την είδα να σκουπίζει τα χέρια της στη λευκή ποδιά, ένιωσα να μου φεύγει η γη. Δεν ήταν ότι είχε τίποτα εξωτικά, όχι, μια γυναίκα σαν όλες τις άλλες θα ‘λεγες, με ένα χαμόγελο όμως που ήθελα να το βάλω φυλαχτό.
Πιάσαμε κουβέντα απ’ τα πρώτα λεπτά, έτσι νευρικά, σαν να περπατάς σε σανίδες που τρίζουν. Μια καλημέρα έγινε χιούμορ, ύστερα πιο βαθιά, να σε ρωτάει για σένα, για τα πράγματά σου, για όσα δεν σε έχει ρωτήσει κανείς γιατί δε σε ξέρει. Το πρώτο εκείνο βράδυ, πήγα σπίτι και σκεφτόμουν τα χέρια της, τα δάχτυλά της λίγο κόκκινα απ’ τις ντομάτες. Δεν κοιμήθηκα πολύ, ξύπνησα με το ίδιο βάρος στο στήθος, σαν να έχασα κάτι χωρίς να το ‘χω ακόμα βρει.
Τις επόμενες μέρες πήγαινα σχεδόν κάθε απόγευμα, έτσι χωρίς λόγο – να πάρω νερό, να πω μια μαλακία στον Μιχάλη κι όλο και να της κλέψω βλέμμα. Στοίχημα να το είχαμε βάλει, δεν θα έχανα. Καμιά φορά, εκεί που ‘φευγα, με πείραζε λες κι είμαστε από πάντα γνωστοί. «Αργείς πολύ τώρα τελευταία να πάρεις το φαγητό σου… μήπως φταίει ο δρόμος, ή μήπως η παρέα μας;» Πήγαινε το αίμα μου στο κεφάλι, δεν ήξερα να απαντήσω, άφηνα να χαμογελάσει εκείνη κι έφευγα μισοζαλισμένος.
Μια Τετάρτη, μεσημέρι, χτύπησε το κινητό μου. Είχα στείλει μήνυμα, κάτι χαζό της είχα γράψει για τις μελιτζάνες που λέει ψήνει καλύτερα από όλους – κι αυτή μου πετάει «Να ‘ρθεις πιο αργά, να σου δείξω το μυστικό». Πήγα το βράδυ, είχε τελειώσει η βάρδια, η ταβέρνα άδεια, τρίκλιζαν μόνο τα σίδερα στην αυλόπορτα. Κάθισα σ’ ένα τραπέζι έξω, μ’ ένα ποτηράκι κρασί, εκείνη απέναντι. Βάλαμε μουσική χαμηλά, μίλησα, μίλησε, γελάσαμε και για λίγο δε φοβήθηκα τίποτα. Την κοίταζα και ζωγράφιζε το φως του δρόμου πάνω στα μάγουλά της. Μου ‘πε ιστορίες δικές της – πόνο, σκληράδα, ομορφιά – κι εγώ της είπα τα δικά μου, χωρίς να ντραπώ, σαν να μην τα είχα πει ποτέ σε κανέναν.
Η ώρα πέρασε χωρίς να το καταλάβω. Τα πάντα έξω σιωπή, μονάχα ό,τι λέγαμε ακουγόταν, κι εκείνη η ησυχία έφερνε πιο κοντά τα κορμιά, τα βλέμματα, τα χέρια. Σε μια στιγμή, ώρα αργά, χαμήλωσε το κεφάλι, έπαιξε με το ποτήρι της. Δεν μιλούσα, ένιωθα το τρέμουλο που δυνάμωνε μέσα μου, και κάπως, χωρίς να το σκεφτώ πολύ, άπλωσα το χέρι, έπιασα τη δική της παλάμη – ζεστή, διστακτική στην αρχή, μετά πιάστηκε σφιχτά, όπως κρατάς κάτι που δεν θες να χάσεις στη μέση από γενικό σκοτάδι.
Ίσα που ακούστηκε μια ανάσα. Τα μάτια της δυο βήματα απ’ τα δικά μου, ένα τικ πριν συναντηθούν για πάντα. Σταθήκαμε έτσι ώρα, μ’ εκείνο το βάρος που έχει το ό,τι θες και το φοβάσαι, που λες να γίνω ρεζίλι αλλά μ’ ένα φιλί θα μπορούσα να τα ξεχάσω όλα. Της ψιθύρισα: «Θέλω να σε δω αλλιώς», και μου γύρισε το χέρι σφιχτά, το έσφιξε, το ανέβασε στο μάγουλό της με μια κίνηση τρυφερή, σαν χάδι μικρού παιδιού. Εκεί ήταν όλη η ζέστη του καλοκαιριού, το άρωμα της ντομάτας, η σκόνη του δρόμου πάνω μας, τα σχέδια που κάναμε σιωπηλά για κάτι που ούτε λέγεται ούτε υπόσχεται τίποτα.
Την αγκάλιασα αργά, αδέξια, κι εκείνη δεν έκανε πίσω. Μου ψιθύριζε κάτι στο αυτί, δεν καταλάβαινα λέξη, μόνο που το ‘νιωθα στο δέρμα και στο σβέρκο να με γδύνει καλύτερα απ’ τις λέξεις. Η ταβέρνα εκείνο το βράδυ δεν έκλεισε κανονικά, μείναμε ως αργά, χτυπούσε το ρολόι, φυλάγαμε σιωπές στη μέση της αυλής. Δε βιαστήκαμε στιγμή – μόνο τα χέρια, τα κεφάλια που ακουμπούσαν το ένα στ’ άλλο, να φεύγει λίγο-λίγο ο φόβος της πρώτης φοράς.
Γυρίσαμε σπίτι μαζί. Δεν είπαμε τίποτα στο δρόμο, μόνο τα δάχτυλά της έκλεβαν πατήματα απ’ τη δική μου παλάμη, πότε χωριστά, πότε μπλεγμένα. Μια λάμπα στο δρόμο έριχνε φως στις σκιές μας, έκανε τα πρόσωπά μας να μοιάζουν άλλα, σαν ήρωες ταινίας παλιάς. Κάναμε έρωτα όπως μπορούσαμε, με γέλια, με φόβο, με αστειότητες και τρυφερότητα. Και το πρωί, δεν ήθελα να φύγει – το ένιωσα να γλιστρά από τα χέρια μου κι ας έμεινε εκείνη στο κρεβάτι, ξυπόλυτη, με ένα χαμόγελο που δεν είχα ξαναδεί.
Δεν ξέρω πού πήγε το μετά. Ο καθένας μας είχε τα δικά του, μεγάλα και ασήκωτα. Όμως εκείνο το βράδυ ήταν αλλιώς. Κάθε φορά που ακούω πιρούνι πάνω σε πορσελάνη, κάθε φορά που μυρίζει το σπίτι φρέσκια ντομάτα, γυρίζω πίσω. Και θυμάμαι τα πάντα – κι ας μην έμεινε τίποτα, και πάλι ήταν όλα.
Αυτά έζησα. Και τα λέω τώρα, όπως ακριβώς τα ένιωσα.
Αυτή την ιστορία μας την έστειλε ο Νίκος.
