Η γνώση του διαδικτύου στα μάτια σου!

Ερωτικές Ιστορίες – Το καλοκαιρινό απόγευμα γνωριμίας στα Πατήσια

Δεν νομίζω να ξαναείχα νιώσει ποτέ έτσι. Ίσως ή να ‘χω ξεχάσει πώς ακριβώς είναι, δεν ξέρω. Τέλος πάντων… ήταν καλοκαίρι, μεσημέρι, ζέστη που πάγωνε τον εγκέφαλό σου. Εγώ δούλευα σ’ ένα μαγαζί με είδη σπιτιού στα Πατήσια — τίποτα το τρομερό, κυρίως για να βγαίνουν τα έξοδα. Εκεί τη γνώρισα. Βασικά, στην αρχή δεν τη γνώρισα καν. Ερχόταν και ξανά ερχόταν, έπαιρνε διάφορα μικροπράγματα… κούπες, λαμπάκια, τέτοια αστεία. Όλο χαμογελούσε, μ’ ένα βλέμμα που κρατούσε παραπάνω απ’ όσο έπρεπε. Και μια μέρα με ρώτησε για κάτι στόρια. Άσχετο.

«Να σε βοηθήσω;» της λέω, κι αυτήμε κοίταξε επίμονα. Πώς να το πω… δεν ήταν ωραία με την κλασική έννοια. Ήταν αλλιώς. Είχε κάτι το ζωντανό, μαλλιά μαζεμένα πρόχειρα και δυο μάτια πράσινα που κάνανε το φως να αλλάζει μέσα στο μαγαζί. Άρχισα να νιώθω εκείνο το κάτι—ξέρεις, το σφίξιμο στο στομάχι και το συγκαλυμμένο ανατρίχιασμα. Εκείνο που σε κάνει κοντά της να μιλάς αλλιώς, να στέκεσαι αλλιώς, να μαζεύεις τάχα σκόνες από τα ράφια για να βρίσκεσαι κοντά της.

Με ρώτησε πώς μπαίνουν τα στόρια, και της είπα αν θέλει να της δείξω απ’ το κινητό μου, γιατί έχει βίντεο. Χαμογέλασε. Έσκυψε δίπλα μου στον πάγκο κι ένιωθα τη ζέστη του σώματός της να μου τυλίγει τον ώμο. Μύριζε απλά—λίγο ιδρώτα, λίγο σαπούνι, πολύ καλοκαίρι. «Θες να μου τα βάλεις εσύ σπίτι; Δεν πιάνουν τα χέρια μου σε αυτά…» μου πετάει, με ένα χαμόγελο μισό ντροπαλό, μισό θρασύ.

Δεν κατάφερα να το παίξω άνετος. «Άμα θες, έρχομαι», της είπα κάπως χαμηλόφωνα, λες και εκείνη η πρόταση ήταν ήδη κάτι το απαγορευμένο. Της έγραψα το τηλέφωνό μου σ’ ένα χαρτάκι από τα ταμεία. Σηκώθηκε, μάζεψε τα ψώνια της και πριν φύγει με κοίταξε σταθερά. «Σήμερα να ‘ρθεις. Στις επτά. Να μη ζεσταίνει πια τόσο».

Κοίτα να δεις, μόλις έφυγε, τα χέρια μου τρέμανε, κι είχα δυο ώρες να τελειώσω τη βάρδια μου κι όλο μπέρδευα τα ρέστα. Όποτε σταματούσα λίγο, σκεφτόμουν αν το είχα φανταστεί. Μέχρι που ήρθε η ώρα και πήγα σπίτι μου να πλυθώ, να αλλάξω, να βάλω κι ένα άρωμα — χαζομάρα, αλλά το ένιωθα σαν ραντεβού που θα μείνει.

Πήγα στη διεύθυνση που μου ‘δωσε, μια πολυκατοικία κλασική, τρίτος όροφος. Με περίμενε στην πόρτα με τα μαλλιά λυτά. Τα μάτια της σα να έψαχναν κάτι, να έπαιζε με το φως απ’ τον διάδρομο. Μπήκα και το σπίτι της μύριζε βασιλικό και σφουγγάρισμα. Ανάψαμε ένα ανεμιστηράκι και καθίσαμε λίγο στην κουζίνα, πριν κάτσω να παίξω τον μάστορα με τα στόρια.

Το στόριο, τώρα, δεν έμπαινε με τίποτα. Βιδώναμε, ξεβιδώναμε, γελούσαμε. Μια στιγμή, γλίστρησε το κατσαβίδι από τα χέρια μου κι ήρθε κοντά να με βοηθήσει, έβαλε το χέρι της στη δικιά μου παλάμη. Να, εκεί για μένα άλλαξε η θερμοκρασία. Οι ανάσες μας ήταν βαριές, όλο γελούσαμε με χαμηλή φωνή, να χαθεί η αμηχανία. Όλο και πιο κοντά, χωρίς να κάνει κανείς το πρώτο βήμα.

Κάποια στιγμή, ούτε ξέρω πώς το ‘παθα, άφησα το εργαλείο κάτω. «Άσ’ το ρε παιδάκι μου, να πιούμε έναν καφέ πρώτα, γιατί θα κάνω καμιά ζημιά και θα μας διώξει η διαχειρίστρια», λέω, προσπαθώντας να φανώ και λίγο αστείος να ελαφρύνει το πράγμα. Είχε μόνο ελληνικό, τον έβρασε σ’ ένα παλιό μπρίκι. Καθίσαμε στον καναπέ, πλάι-πλάι, με τα γόνατά μας να ακουμπάνε, λόγο χώρου και… ξέρεις τώρα.

Δεν ξέρω πόση ώρα μιλάγαμε. Αυτή είχε βγάλει τα σανδάλια της, σουλούπωνε τα πόδια της στο πάτωμα. Τα δάχτυλά μας παιχνιδίζανε στα πλαϊνά του καναπέ, δειλά. Κάθε λεπτό όλο και λιγόστευε η απόσταση. Κάποια στιγμή, πήγα να πιάσω το φλιτζάνι κι άγγιξα το χέρι της. Άφησε το δικό της επάνω στο δικό μου, έτσι, φυσικά. Η καρδιά μου βάραγε, αλήθεια σου λέω, λες και είχα ξαναγίνει δεκαοχτώ χρονών κι ένιωθα το πρώτο φιλί να πλησιάζει.

Γύρισε και με κοίταξε—όχι να με δει, αλλά να εξετάσει τι θα κάνω. Κι εγώ, κάνοντας προσπάθεια να μην τρέμω, της πέρασα το χέρι πίσω απ’ τον αυχένα, και την τράβηξα κοντά. Τα χείλη μας βρήκαν το ένα το άλλο μαλακά, ήρεμα, χωρίς βιασύνη. Είναι παράξενο πώς ένα τέτοιο απλό φιλί μπορεί να αλλάξει όλα τα υπόλοιπα γύρω σου. Σαν να μοσχομύρισε το σπίτι μυρωδιές καινούργιες, σαν να χτυπούσαν τα φώτα διαφορετικά. Δε βιαστήκαμε. Αφηθήκαμε στο φιλί, μετά σ’ ένα χάδι—μανίκι πάνω στο μπράτσο, παλάμη στο μάγουλο, διαδρομές στα μαλλιά.

Δεν μπορώ να περιγράψω ακριβώς τι έγινε μετά. Εγώ αυτό που ένιωθα ήταν πως είχα ανοίξει ένα παράθυρο, μια χαραμάδα. Ήθελα να μιλήσω, να ρωτήσω κι αν πρέπει, κι αν είναι σωστό, αλλά δεν βγήκε κουβέντα. Μόνο χέρια, σιγανά γελάκια, αναπνοές πιο βαθιές, κρατούσαμε τα μάτια ο ένας του άλλου, εκεί μέσα λέγαμε όσα δεν βγαίνανε με λόγια. Αργά, με αμηχανία, αλλά και μ’ εκείνο το θάρρος του ανθρώπου που αποφασίζει για πρώτη φορά να ανοιχτεί.

Δεν ξέρω πόσο κράτησε. Μερικές στιγμές μοιάζουν να μακραίνουν, να γίνονται ώρες. Κάποια στιγμή, σηκώθηκε, πήγε στο παράθυρο και το ‘κλεισε σιγά. «Έχω χρόνια να νιώσω έτσι σαν έφηβη», μου λέει. Και τότε ξαφνικά όλα λαμπύρισαν, κι ησυχία. Σαν να ‘ξερα ότι από δω και πέρα τίποτα δεν θα ‘ταν το ίδιο, όπως και το τίποτα να μην είναι ανάγκη να γίνει κάτι. Ξαπλώσαμε πλάι-πλάι, μείναμε σιωπηλοί. Καλοκαίρι, αργό απόγευμα, ησυχία.

Μερικά πράγματα είναι πιο δυνατά όταν δεν ολοκληρώνονται, όταν αφήνεις χώρο στο ανεκπλήρωτο να ονειρεύεται ο καθένας όπως θέλει. Εκείνο το απόγευμα στα Πατήσια, όλα έμειναν σε μια λεπτή γραμμή—ανάμεσα στο άγγιγμα και το φιλί, στον φόβο και την ελπίδα. Σάμπως και η ζωή, τελικά, να ζυμώνεται κάπως έτσι: πιο πολύ απ’ ό,τι λες, λίγο λιγότερο απ’ ό,τι τολμάς.

Αυτά έζησα. Και τα λέω τώρα, όπως ακριβώς τα ένιωσα.
Αυτή την ιστορία μας την έστειλε ο Βαγγέλης.

You might also like