Ερωτικές Ιστορίες – Το καλοκαίρι που γνώρισα τη Δώρα στο Περιστέρι
Να σου πω κάτι; Αυτή η ιστορία που θα σου πω, ακόμα και σήμερα, κάθε φορά που τη σκέφτομαι, με πιάνει ένας κόμπος στον λαιμό και άλλες φορές, λες και η καρδιά μου καίγεται και θέλει να πεταχτεί έξω. Γιατί δεν ήταν κάτι τυχαίο, ούτε κι απ’ αυτά που τα λες απλώς «περασμένα, ξεχασμένα». Έγινε εδώ, στο Περιστέρι, εκείνο το καλοκαίρι που είχα αρχίσει να δουλεύω απογευματινές βάρδιες σε μια καφετέρια στη Θηβών. Μου άρεσε η δουλειά, μόνο και μόνο για τους ανθρώπους που γνώριζα. Και τότε μπήκε στη ζωή μου η Δώρα.
Η Δώρα ήταν το κορίτσι που, άμα τη συναντούσες να περπατάει στον δρόμο, δεν θα γύρναγες να την κοιτάξεις για τα μάτια της ή την κορμοστασιά της. Αλλά κάπως, δεν ξέρω πώς να στο εξηγήσω, μόλις σου μιλούσε και σε έπιανε το βλέμμα της, ένιωθες σαν να περνούσε μέσα σου ηλεκτρικό ρεύμα, σου ανέβαζε το αίμα στο κεφάλι και σε άφηνε μετέωρο. Χαμογελούσε πάντα μισά, σαν να μην τα φανερώνει όλα. Μια φορά, μου άφησε δυο ευρώ παραπάνω στα ρέστα, ήρθε πίσω απ’ τη μπάρα και μου είπε «Το ευρώ είναι για τον καφέ, το άλλο είναι για να με θυμάσαι».
Απ’ τη δεύτερη φορά κιόλας που ήρθε εκεί, κατάλαβα πως κάτι παίζει. Καθόταν πάντα στο ίδιο τραπέζι, στις εφτά ακριβώς, μου έκανε νόημα πως ήθελε τον καφέ της σκέτο, χωρίς φασαρίες και πολλά–πολλά. Εκείνο το καλοκαίρι άξαφνα κάθε απόγευμα περίμενα πότε θα μπει η Δώρα, να χαζεύω πώς πλέκει τα δάχτυλά της όταν βαριέται ή κοιτάζει το δρόμο. Την έβλεπα να χαζεύει τον κόσμο κι ένιωθα ότι το βλέμμα της έκανε κύκλους γύρω μου, μα ποτέ δεν ακουμπούσε πάνω μου κατευθείαν.
Στην αρχή, δεν έλεγα τίποτα. Μόνο κάτι αστειάκια – μισές κουβέντες. Εκείνη το καταλάβαινε, κούναγε το κεφάλι και γελούσε δειλά. Μια μέρα όμως, με είδε που είχα μούτρα και αντί να παραγγείλει, ήρθε κατευθείαν ως τη μπάρα κι από πάνω της μου ψιθύρισε, σχεδόν: «Τι έχεις;». Από κει και πέρα, κάθε μέρα που ερχόταν, αντάλλαζα μαζί της ένα βλέμμα λίγο πιο πολύ. Μια φορά, όταν πήγα να της πάρω το άδειο φλιτζάνι, άφησε το χέρι της επάνω στο τραπέζι, τόσο που τα δάχτυλά μου άγγιξαν τα δικά της. Τίποτα το σπουδαίο – αλλά εγώ ένιωσα να ζαλίζομαι.
Κάποιο απόγευμα προς τον Αύγουστο που η ζέστη λιώνει τα σίδερα, μου λέει φεύγοντας: «Θα πάω για περπάτημα στη Μαυροματαίων. Άμα θες, έλα». Ούτε που σκέφτηκα δεύτερη φορά. Σχολάω, αλλάζω βιαστικά, και τρέχω κι εγώ σαν να είχαν πάρει οι πυροσβέστες το μυαλό μου και το ψυχρό αίμα και είχα μείνει μόνο με καρδιά που χτυπάει ατσάλια.
Περπατούσαμε μαζί χάμω, τα φώτα έπεφταν πάνω στο πρόσωπό της και έδειχνε ακόμα πιο όμορφη εκείνη την ώρα, πιο απλή, χωρίς τίποτα έξτρα. Πήγαμε σ’ ένα παγκάκι και κάτσαμε δίπλα–δίπλα. Δεν μιλούσαμε πολύ, μόνο κοιτιόμασταν – πήγαιναν τα λόγια μας με δισταγμό, αλλά τα χέρια μας άρχισαν να πλησιάζουν, λίγο στο γόνατο, λίγο πάνω απ’ τον καρπό. Κι εκεί, χωρίς να το καταλάβω, είχα βρεθεί να της χαϊδεύω τα μαλλιά, πολύ απλά, τόσο φυσικά σα να το κάναμε χρόνια.
Και τότε γύρισε και με φίλησε. Ήσυχα, χωρίς θόρυβο, τίποτα το θεαματικό. Ήταν ένα φιλί απ’ αυτά που δεν χρειάζονται άλλο, που τα ψάχνεις χωρίς να τα έχεις σχεδιάσει. Όλος ο κόσμος τριγύρω σταμάτησε, δεν μας ένοιαζε αν περνούσαν άνθρωποι ή αυτοκίνητα. Ακόμα νιώθω το άρωμά της από εκείνο το φιλί.
Μετά δεθήκαμε πιο πολύ. Δεν θα στα πω αναλυτικά, δεν είναι αυτό που έχει σημασία – απλά, από ‘κείνο το πρώτο καλοκαίρι τα βράδια μου ήταν πιο γεμάτα. Τα χέρια της ήξεραν να ακουμπάνε το δικό μου σώμα όπως ακριβώς το χρειαζόμουν. Τα πρωινά της Δευτέρας μύριζαν πάντα το άρωμά της που είχε κολλήσει πάνω μου από την προηγούμενη βραδιά.
Όμως τα όμορφα, ξέρεις, έχουν πάντα αυτή την ημερομηνία λήξης μέσα τους. Όταν τέλειωσε το καλοκαίρι, ήρθε και μου είπε: «Φεύγω για ένα διάστημα στην Πάτρα, έχω κάτι οικογενειακά». Δεν είπε παραπάνω. Έμεινα μόνος μου με τα βλέμματα κι εκείνες τις σιωπές. Ξαναήρθε, και φύγαμε μαζί για λίγο ακόμα – αλλά κάθε φορά λιγόστευε, έσβηνε το πράγμα. Μια μέρα ήρθε στο μαγαζί, με φίλησε στο μάγουλο, μου άφησε είκοσι ευρώ στο πακέτο των τσιγάρων μου και σηκώθηκε κι έφυγε. Αυτό ήταν.
Αλλά ξέρεις κάτι; Εκείνες οι σιωπές, τα βλέμματα και το πρώτο φιλί στο περίπτερο, είναι πράγματα που δεν τα ξεφλουδίζεις μέσα σου όσο και να θες να τα ξαναζήσεις. Και τώρα, άμα τύχει και ξαναπερνάω από τη Μαυροματαίων, πάντα την ψάχνω σαν ηλίθιος ανάμεσα στους περαστικούς.
Αυτά έζησα. Και τα λέω τώρα, όπως ακριβώς τα ένιωσα.
Αυτή την ιστορία μας την έστειλε ο Μανώλης.
