Ερωτικές Ιστορίες – Το απρόσμενο πάθος στα σαράντα πέντε μου
Ποτέ δεν περίμενα στα γεμάτα μου σαράντα πέντε ότι θα μου συνέβαινε κάτι τέτοιο. Δεν μπορώ να πω πως ήμουν ποτέ ο τύπος του άντρα που του έπεφταν οι γυναίκες στα πόδια. Συμπαθητικός, ναι· της διπλανής πόρτας – αυτό ήμουνα πάντα. Ήρεμος, με το μεροκάματο μου, το αμάξι μου, τη ρουτίνα μου. Άλλαξε όμως όλα, εκείνο το βράδυ στον γάμο του ξαδέρφου, στην Αγία Παρασκευή.
Δεν ήθελα να πάω. Να πω την αλήθεια, βαριόμουν. Τις ίδιες φάτσες, το ίδιο φαγητό, μουσική δυνατή που δεν ακούς τον διπλανό σου, όλοι στην πρίζα για τα δικά τους. Πήγα γιατί είχα να δω θείες, ξαδέρφια, να μην παρεξηγηθεί κανείς, καταλαβαίνεις. Φόρεσα ένα λευκό πουκάμισο, παντελόνι λινό μπλε – αυτό που βάζω πάντα σε γιορτές – και πήγα.
Κάθησα στο τραπέζι με τους παλιούς φίλους του σχολείου. Περιμέναμε να ξεκινήσει το γλέντι, κάναμε αστεία μεταξύ μας, τα γνωστά. Κάποια στιγμή, μπήκαν οι αργοπορημένοι – παρέες από άλλα τραπέζια, άγνωστα πρόσωπα, λίγο αλλιώτικες φυσιογνωμίες.
Ήρθε και κάθισε απέναντί μου, στο διπλανό τραπέζι, μια γυναίκα γύρω στα σαράντα. Μαλλιά ξανθά, πιασμένα πρόχειρα, πρόσωπο αλαβάστρινο, μάτια σκούρα. Κάτι στα χέρια της – ίσως δάχτυλα γεμάτα νεύρο – μ’ έκανε και σταμάτησα στην κουβέντα που είχαμε. Φορούσε ένα απλό φόρεμα γαλάζιο, που από μακριά φαινόταν ίσα να γυαλίζει, και καθόταν ήσυχα σαν να μην ήθελε να τραβήξει τα βλέμματα. Εγώ όμως δεν μπορούσα να πάρω τα μάτια μου από πάνω της.
Έριξε ένα βλέμμα στο τραπέζι μας, χαμογέλασε με εκείνο το χαμόγελο που είναι περισσότερο μάτι παρά στόμα, και σαν να κατάλαβε κάτι, έσκυψε να πει κάτι στην διπλανή της. Εγώ εκεί, κόμπλαρα. Αισθάνθηκα, ξέρεις, πεταλούδες που λένε, αλλά αλλιώς – σαν να σε πιάνει κάτι στον λαιμό, να μη σου φτάνει ο αέρας. Είναι περίεργο να σου συμβαίνει αυτό μετά από τόσα χρόνια.
Το γλέντι άρχισε, σηκώθηκαν να χορέψουν οι πρώτοι το ζεϊμπέκικο. Έμενα πήρε το μάτι μου ότι κοιτούσε τους χορευτές, μετά εμένα, μετά πάλι στο τραπέζι της. Υπήρχε μία ένταση, σαν ηλεκτρισμός, ένα πράγμα που δεν μπορώ να το εξηγήσω – σαν να γνωριζόμασταν από παλιά αλλά με ξεχασμένη οικειότητα.
Στη δεύτερη ρακί σηκώθηκα να πάω προς το μπαρ να πάρω νερό. Την πέτυχα στη διαδρομή, ακριβώς στο περβάζι της αυλής. Καθόταν μόνη της, το φόρεμα της σκέπαζε τα πόδια, έπαιζε με το κινητό και την άκρη του ποτηριού της. Δεν ξέρω τι με έπιασε – μικρός να ήμουν, δεν θα το έκανα. Χωρίς να το σκεφτώ, κοντοστάθηκα και της λέω, «θες κάτι από το μπαρ;»
Με κοίταξε μ’αυτή τη στερεή της ματιά, σα να με διάβαζε μέχρι το κόκκαλο. «Ένα κρασί λευκό αν έχει. Εσύ πίνεις ρακί ακούω;» Μου χαμογέλασε αυθόρμητα, βαθιά, σχεδόν νευρικά. Γέλασα κι εγώ – «Θέλω να θυμάμαι πως ήταν η μέρα, άρα όχι πολλές ρακές απόψε!». Κάθισα δίπλα, το χέρι μου ακούμπησε τυχαία στο τραπέζι, το δικό της σε μια στιγμή χάραξε την απόσταση και ακούμπησε τα ακροδάχτυλά της κοντά. Όχι να με αγγίξει, υπαινικτικά, να μου δείξει ότι δεν ήταν μονόπλευρο αυτό που γινόταν.
Μιλήσαμε για ώρες, έτσι μου φάνηκε. Είπαμε αστεία, μίλησε για τη δουλειά της – σε ένα μικρό ιατρείο – κι εγώ της είπα για το υπόλοιπο της δικής μου ζωής. Ήταν και ησυχία εκεί δίπλα. Κάποια στιγμή σταματήσαμε να μιλάμε – απλά κοιταζόμασταν, και αυτή η σιωπή ήτανε που με τρέλανε. Ένιωθα – αλήθεια – την καρδιά μου να χτυπά λες και ήμουν ξανά εικοσάρης. Δεν άντεξα. Πλησίασα λίγο το χέρι, το έπιασα. Δεν τραβήχτηκε. Το κράτησα έτσι, για λίγο, με τον ιδρώτα στις παλάμες, κι αυτή κοίταγε κάτω, μετά εμένα, σαν να περίμενε και κάτι ακόμα.
Σήκωσα το κεφάλι και κοίταξα γύρω – ο κόσμος είχε πιαθεί με τα τραγούδια, τα γλέντια, κανείς δεν πρόσεχε. «Θα βγούμε μια βόλτα; Εδώ δίπλα, κάτω από τα δέντρα;» με ρώτησε. Έγνεψα ότι ναι, της άνοιξα τον δρόμο κι αυτή σηκώθηκε, το φόρεμά της έκανε ένα θρόισμα, το θυμάμαι ακόμα. Περπατούσαμε σιγά, σχεδόν ψιθυριστά, τα φώτα από το κέντρο φτάνανε ίσα-ίσα. Σταματήσαμε σε μια γωνία που είχε δροσιά, σκιές και αρώματα. Αγγίξαμε τα χέρια ξανά, αυτή την φορά λίγο πιο σφιχτά. Την κοίταξα στα μάτια – ήταν εκείνη η στιγμή που ξέρεις ότι δεν λες λέξη παραπάνω αν δεν νιώθεις κάτι. Δεν είπα τίποτα. Έσκυψα διστακτικά, αργά, και την φίλησα. Στα χείλη, έτσι ανεπαίσθητα που πρώτα ένιωσα τον αναστεναγμό της στον λαιμό μου. Δεν τραβήχτηκε. Με άφησε εκεί, με την ανάσα της κοντά στη δική μου.
Η επόμενη ώρα χάθηκε κάπως αόριστα. Περάσαμε στο πίσω μέρος του κτήματος, καθίσαμε στο χαμηλό τοίχο, τα φώτα έκαναν σκιές στο πρόσωπό της. Ήταν μια βραδιά που μιλούσαμε σχεδόν ψιθυριστά, αφήνοντας ενδιάμεσα κάτι αγγίγματα, ένα χάιδεμα στα μαλλιά, ένα ελαφρύ γελάκι κάθε τόσο – αλλά το κυρίως πράγμα ήταν αυτό το βάρος στην ανάσα. Το νιώθεις, όταν η λαχτάρα σου έχει τόση στράτα που δεν γίνεται να την τιθασεύσεις.
Δεν ξέρω αν εκείνη τη νύχτα ένιωσα νέος ή απλώς αληθινός. Δεν μας ενόχλησε κανείς. Γυρίσαμε προς το μαγαζί όταν πια οι πρώτες φωνές έλεγαν «πάμε για ύπνο». Πριν χωρίσουμε, μου έσφιξε το χέρι και μου είπε δυνατά στο αυτί, «να με θυμηθείς». Δεν ήταν υπόσχεση για κάτι, ήταν παράκληση σαν ευχή, σαν μυστικό που ανήκει στους δυό μας.
Την ξαναείδα λίγες μέρες μετά και μείναμε έτσι, σε ένα ρυθμό ανεξήγητο· ούτε ζευγάρι, ούτε φίλοι. Κάτι σαν να αφήσαμε τον χρόνο να κάνει ό,τι θέλει μαζί μας, χωρίς να το λογαριάζουμε.
Αυτά έζησα. Και τα λέω τώρα, όπως ακριβώς τα ένιωσα.
Αυτή την ιστορία μας την έστειλε ο Μπάμπης.
