Η γνώση του διαδικτύου στα μάτια σου!

Ερωτικές Ιστορίες – Το ανοιξιάτικο βράδυ γνωριμίας του Μάκη με εκείνη

Δεν ήμουν έτοιμος να ξαναγαπήσω, ή τουλάχιστον έτσι έλεγα στον εαυτό μου. Είχα καεί μια–δυο φορές και ήθελα λίγο ησυχία. Όμως, καμιά φορά, αυτά που δεν τα περιμένεις έρχονται και σου γυρίζουν τα μέσα έξω πριν το καταλάβεις, έτσι ξαφνικά, σ’ ένα απλό βράδυ που λες πως τίποτα δεν θα αλλάξει.

Θυμάμαι ήταν Απρίλης, τέλη, είχε ανοίξει ο καιρός χωρίς να σταθεροποιηθεί, ξέρεις, μ’ αυτό το ψιλοκρύο το βραδινό που θέλει το τζάκετ, αλλά θες και κανένα ποτό στην πλατεία, γιατί έχει τη γλύκα του. Βγήκα με δυο φίλους σ’ ένα μπαράκι στη Νίκαια, δεν είχα κέφι ξεχωριστό, αλλά σκέφτηκα “δε γαμιέται, να μη βγω πάλι Πέμπτη σπίτι.” Το μαγαζί τίποτα σπουδαίο, αλλά κράταγε ένα φως ζεστό, είχε γέλια, κάτι μουσικάρες απ’ τα 90s και κίνηση, τους ίδιους τύπους της γειτονιάς που χρόνια βλέπαμε εκεί.

Δεύτερο ποτό, τρίτος γύρος γέλιου, και μια στιγμή που κοίταξα προς την πόρτα —εκείνη ακριβώς την ώρα μπήκε ΕΚΕΙΝΗ. Μελαχρινή, με μαλλί μαζεμένο πρόχειρα πίσω, πρόσωπο… ήρεμο το λες, αλλά το βλέμμα της είχε κάτι τσιμπημένο, ένα φως που μου χτύπησε σαν ξυπνητήρι. Ήρθε και κάθισε με φίλες στο απέναντι τραπέζι, έτσι στην άκρη, μα με τέτοιον τρόπο που μια χαραμάδα απ’ τα μάτια της πήγαινε, χωρίς να το κάνει φαίνεται, συνέχεια προς το μέρος μας. Στην αρχή το ‘παιξα άνετος, που δήθεν δεν πολυδίνω σημασία, αλλά σε κάθε γυροβολιά του βλέμματος, όλο και νιώθα πως κάτι τρέχει. Μικρές αστραπές, κάτι χαμόγελα που γεννήθηκαν στον αέρα—ξέρεις εσύ πότε είναι παιχνίδι.

Άναψα τσιγάρο, έπαιξα το κορδόνι του ποτηριού με το δάχτυλο, εκείνη έπιασε τα μαλλιά της με τα δάχτυλα υπομονετικά, γύρεψε να πάρει ήσυχα γουλιά απ’ το ποτό της. Λεπτομέρειες που, εκείνη τη φορά, μου τρυπούσαν τα σωθικά, δεν ξέρω γιατί· άλλες φορές τις χάνεις. Κάποια φάση, που ήμουν σχεδόν σίγουρος πως δεν είναι απλό τυχαίο, πήρα τ’ ανάποδα κι είπα στο φίλο μου “ρε συ, πάω να της πω μια καλησπέρα, και ό,τι γίνει.” Μπήκα έτσι αδέξια στη συζήτησή τους, με την πιο ηλίθια ατάκα του κόσμου—“μ’ αφήνεις να σου πληρώσω το επόμενο ποτό;”—και γέλασε, όχι νευρικά. Είχε γέλιο δυνατό το κορίτσι, σαν να ‘βρισκε χαρά παντού.

Η κουβέντα κύλισε απροβλημάτιστα. Μιλήσαμε για ανοησίες, αλλά δεν ήταν ανάγκη να πούμε τίποτα βαθύ. Εγώ παρατηρούσα τα χέρια της όταν γέμιζε το ποτήρι, εκείνη έκλεινε τα μάτια όταν έπιανε τη λέξη “καλοκαίρι” και χαμογελούσε πιο γλυκά απ’ ότι το συνηθίζουν οι άνθρωποι. Το μαγαζί κατά τις δύο άρχισε να αδειάζει, φίλοι φεύγαν, μείναμε οι δυο μας με μια σπάνια… ήσυχη ένταση—σα να μην ήξερε το σώμα μου αν θέλει να κάνει κάτι ή να μείνει ακίνητο να απολαμβάνει το τώρα.

Κολλήσαμε τα κεφάλια μας πάνω απ’ τον πάγκο, τα γόνατά μας κάποια στιγμή βρήκαν ο ένας τον άλλον χωρίς να το καταλάβουμε. Δεν βιαστήκαμε. Πιο πολύ μετρούσα τα δευτερόλεπτα που ακουμπάγαμε άκρες, κρυμμένοι πίσω από δυο ποτά και τη φωνή του μπάρμαν. Σούρωσα λίγο το βλέμμα, πήρα δύναμη κι άγγιξα το χέρι της πρώτη φορά—το ‘νιωσα, είχε ρεύμα, αλλιώς δεν το εξηγώ. Σηκώθηκε κι εκείνη αργά, φόρεσε σακάκι, κι ήρθε και μου ‘πε στ’ αυτί, “πάμε μια βόλτα, λίγο πιο έξω”.

Βγήκαμε έξω, στο ψιλόβροχο. Περπατήσαμε αμίλητοι, κοντά, τόσο κοντά που άκουγα την ανάσα της. Σταθήκαμε κάπου σε μια είσοδο, προσέχοντας να μη βραχούμε πολύ. Ήμασταν μόνοι, η πόλη άδεια, ανοιξιάτικη, μυρωδάτη. Κι εκεί, χωρίς να κάνουμε καμιά θεαματική κίνηση, βρεθήκαμε πρόσωπο με πρόσωπο. Πριν καν φιληθούμε, ένιωσα εκείνη την αγωνία, αυτό το “θέλω μα ντρέπομαι, μα δε βαστώ άλλο”. Με κοίταξε στα μάτια, σαν να με ήξερε χρόνια. Πιο πολύ μιλήσαν τα μάτια παρά τα στόματα εκείνο το βράδυ. Όταν ήρθε το φιλί, ήταν σαν βουτιά σε νερό ζεστό, τίποτα το βιαστικό ή το άτσαλο—δώσαμε χρόνο, ψιθύρους, αφή, χέρια που παίξαν λίγο στα μαλλιά, λίγο στη μέση, αγκαλιά σφιχτή.

Φιληθήκαμε με τη βροχή, έτσι όπως έπρεπε. Δεν πήγαμε σπίτι κανενός εκείνο το πρώτο βράδυ. Μείναμε εκεί, να μιλάμε χαμηλόφωνα ως το ξημέρωμα —για δισκάκια, για παλιές αγάπες, για όνειρα και για ένα ταξίδι που εκείνη ήθελε να κάνει στο Παρίσι. Δεν ρωτήσαμε κανείς απ’ τους δυο μας “τι θα γίνει αύριο;”, γιατί δεν είχε σημασία. Εκείνο το ξημέρωμα, την ώρα που χωρίσαμε για τον καθένα στο σπίτι του, γύρισα κι ένιωθα μια γαλήνη που ‘χα να την νιώσω από παιδί. Όλα ήταν ανοιχτά, όλα ήταν πιθανά, κι αν με ρώταγες τι θα συμβεί, δεν θα ‘χα απάντηση.

Την είδα πολλές φορές μετά, και κάθε φορά, αυτή η πρώτη νύχτα έπαιζε σαν σινεμά στο μυαλό μου—όχι για το φιλί, ούτε για τη βόλτα, αλλά για τη σιγουριά που νιώσαμε ο ένας με τον άλλον, μ’ ένα απλό άγγιγμα σε μια άκρη του δρόμου.

Αυτά έζησα. Και τα λέω τώρα, όπως ακριβώς τα ένιωσα.

Αυτή την ιστορία μας την έστειλε ο Μάκης.

You might also like