Ερωτικές Ιστορίες – Οι καλοκαιρινές νύχτες με τη Μάρω στο Πασαλιμάνι
Η αλήθεια είναι, πάντα εμένα με παίρναν τα χρόνια, μου ‘λεγαν, λίγο μονόχνοτος, λίγο κλειστός τύπος – δεν ήμουν απ’ αυτούς που γυρνάνε με παρέες και γέλια στα καφενεία. Όχι πως δεν είχα φιλίες ή πως δεν το ‘θελα κι εγώ το παρέακι μου, αλλά ήμουνα απ’ αυτούς που καταλαγιάζουν εύκολα στο σπιτικό, ήρεμος, με τα βιβλία μου και τη μουσική να παίζουν χαμηλά στη γωνιά. Αλλά καμιά φορά, άμα σουλατσάρεις μ’ αυτό το στυλ, σου συμβαίνουν πράγματα που δε σου περνάν απ’ το νου. Και κάπως έτσι ξεκίνησε αυτή η ιστορία – μια νύχτα, ούτε που φανταζόμουν πως θα μείνει χαραγμένη όσο λίγες στη ζωή μου.
Ήταν εκείνη η εποχή που ‘χα πιάσει δουλειά νυχτοφύλακας σ’ ένα συνεργείο παραλιακό, λίγο έξω απ’ το Πασαλιμάνι. Τρίτη βράδυ, μεσοκαλόκαιρο, ζέστη βαριά, με το που βράδιαζε να κατεβαίνεις τα ρολά κι ακόμα να κολλάει το πουκάμισο στην πλάτη. Περίεργη ώρα και δουλεία για σχέσεις, βέβαια, όλοι το ξέρουμε αυτό. Κι όμως, κάτι βράδια, περνούσε έξω απ’ το συνεργείο εκείνη, μ’ εκείνο το ανοιχτό πράσινο φόρεμα που σερνόταν πίσω της και μια γλυκιά μυρωδιά μέντας και ιδρώτα από την κάψα του δρόμου – η Μάρω.
Την πρώτη φορά, μου χαμογέλασε που την κοίταξα. Ένα μικρό φευγαλέο χαμόγελο, διακριτικό, σχεδόν ειρωνικό, λες κι είχε αντιληφθεί την αμηχανία στο βλέμμα μου και το διασκέδαζε. “Καλησπέρα”, μου ψιθύρισε – μ’ αυτή τη φωνή τη σιγανή, που φέρνει μαζί και υπόσχεση και αστείο. Από τότε, κάθε φορά που περνούσε, κοντοστεκόταν λίγο περισσότερο. Κάποιο βράδυ, έβγαλα διστακτικά δυο ψιλά για να πάρω τσιγάρα απ’ το περίπτερο της γωνίας, κι έκανε πως χαζεύει τα αμάξια – “σίγουρα δουλεύεις, ε;”, μου πετάει, κι εγώ κοκκινίζω σαν μαθητής. Ήταν τρία χρόνια μικρότερη μου, μα φαινόταν σαν να ‘ξερε πιο πολλά για τους ανθρώπους και για μένα τον ίδιο ακόμη.
Ένα σούρουπο, βγήκα έξω να κάνω διάλειμμα, κι αντί για τσιγάρο, κρατούσα μια παγωμένη λεμονάδα. Πέρασε, τρίτο βράδυ στη σειρά, στεκόταν αμίλητη δίπλα μου. “Θα μου δώσεις μια γουλιά ή να φύγω;”, μου είπε. Ε, πώς να της αντισταθείς; Της έδωσα τη λεμονάδα – ακούμπησαν τα δάχτυλα μας πάνω στο πλαστικό μπουκάλι κι ήτανε το πιο δυνατό ρεύμα που ‘χα νιώσει στη ζωή μου, πιο πολύ κι απ’ όσα πίστευα πως θα ‘ναι ένα συνηθισμένο βράδυ.
Από τότε, κάθε βράδυ που δούλευα, ερχόταν. Άλλοτε πιο νωρίς, άλλοτε αργά – πάντα στο νωχελικό βάδισμα, πάντα με το χαμόγελό της μισόκρυφο. Καθόμασταν στ’ αμάξι της, ένα παλιό Fiat που μύριζε γαρύφαλλο και κρασί. Σιγά-σιγά γνωριστήκαμε καλύτερα. Για τον μπαμπά της που ‘χε φύγει νωρίς, για τους φίλους που χάθηκαν, τις φοβίες της για τη μοναξιά, τις μικρές χαρές που πιαν’ από τα πιο απλά – τη γεύση απ’ το ροδάκινο, τον ήχο της θάλασσας αργά τη νύχτα.
Δεν έγινε “κάτι” αμέσως. Μόνο νύξεις, γύρω-γύρω απ’ το ανείπωτο. Μια φορά, είπε σιγανά πως ζήλεψε που κάποιο χρόνο “καθόμουν σκεφτικός”, κάτι σαν παρατήρηση και παράπονο μαζί – κι εγώ νόμισα πως γέλασε με τα μούτρα μου. Έσκυψε λίγο πιο κοντά, άνοιξε το ραδιόφωνο, τεντώθηκε να πιάσει κάτι απ’ το πίσω κάθισμα, κι άγγιξε άθελά της το γόνατό μου – (ή τουλάχιστον έτσι το παρουσίασε).
Υπήρχαν στιγμές που έλεγα πως, να, τώρα θα την αγγίξω – όλο δισταγμό και σφιγμένο χαμόγελο – και ποτέ δεν το ‘κανα αμέσως, μήπως πειραχτεί, μήπως χαθεί αυτή η ένταση που ‘καμε το μεταξύ μας τόσο δυνατό, τόσο ζωντανό. Περνούσαν τα βράδια με μουσική, δροσερά αναψυκτικά, μικρές ιστορίες, κρυμμένες ματιές, τα χέρια μας να τυχαίνει να πλησιάζονται όλο και πιο πολύ.
Μία νύχτα, είχε μπει Αυγουστος πια, ήμουν έξω απ’ το συνεργείο κι έπεφτε μια ψιλή δροσούλα, σχεδόν χαραμάδα δροσιάς μέσα στην καθημερινή ζέστη – τη βλέπω να ‘ρχεται βιαστική, με το φόρεμα ακόμα πιο αέρινο εκείνη τη μέρα, λίγο μούσκεμα στα μαλλιά. Ήρθε κοντά, κάθισε δίπλα μου σαν να ‘ρθεν σπίτι της. “Εσύ τι φοβάσαι;”, με ρώτησε απότομα. Δεν ήξερα, κόμπιασα, και είπα το πρώτο που μου βγήκε: “Να χαραμίσω κάτι καλό απ’ το πολύ σκέφτομαι”.
Με κοίταξε γλυκά, με τα μάτια αμυγδαλωτά, ένα χαμόγελο γεμάτο τρυφερότητα και μια σπίθα αλήθειας. Ένιωσα το χέρι της να πιάνει το δικό μου, σιγανά, διακριτικά, τόσο φυσικά λες κι ήτανε πάντα εκεί. Η νύχτα έκανε ησυχία, ακούγονταν μονάχα τα τριζόνια, η θάλασσα και μια μουσική λιγνόηχο στα πίσω ραδιόφωνα των άλλων αμαξιών. Εκεί, πρώτη φορά, την αγκάλιασα – όχι βιαστικά, αλλά με ένα κράτημα τόσο γεμάτο, τόσο ήσυχο, τόσο τίμιο, που έκλεισε μέσα του όλη την αναμονή και το καρδιοχτύπι εκείνων των νυχτών.
Δεν χρειάστηκε τίποτε παραπάνω. Έμεινα να την κρατώ, να ανασαίνω τη μυρωδιά της, να ακούω την καρδιά μου να χτυπά γερά, σαν κάτι ολοκαίνουριο που ονειρευόταν καιρό να ξυπνήσει. Ήταν εκεί, δίπλα μου, μ’ όλο αυτό το αυθόρμητο και το αληθινό, και το μόνο που κάναμε ήταν να μοιραζόμαστε μια βραδινή σιωπή, τρυφερή και γεμάτη νόημα – ήταν μοναδικό αυτό το “μαζί”, χωρίς λόγια, χωρίς πολλά-πολλά.
Λίγο αργότερα, είχε περάσει πια το καλοκαίρι. Οι βραδιές άρχισαν να μικραίνουν, όμως εκείνη ερχόταν ακόμη. Ήταν σαν να συμφωνήσαμε αμίλητα να φροντίσει ο ένας τον άλλον, με τα μικρά του ο καθένας, με τα ζόρια και τις χαρές του, χωρίς ποτέ να ειπωθεί τίποτα μεγαλόστομο ή κάπως επίσημο. Ακόμα κι αν μετά χαθήκαμε με τα χρόνια, εγώ κρατάω εκείνες τις μικρές στιγμές, το άγγιγμα, το πιάσιμο του χεριού, ό,τι μου έμεινε απ’ τη Μάρω – ένα κομμάτι θέρμης σε μια νύχτα
