Η γνώση του διαδικτύου στα μάτια σου!

Ερωτικές Ιστορίες – Μια καλοκαιρινή γνωριμία στο νησί που έγινε αξέχαστο φιλί

Δεν το είχα σκοπό να συμβεί, σου το λέω έτσι στα ίσια, γιατί αυτά τα πράγματα όσο και να τα σκεφτείς ή να τα κυνηγήσεις, όταν έρχονται, κάπως σε ξεπερνάνε. Ήτανε Αύγουστος, κάψα έξω, θάλασσα να αχνίζει το νησί στις έξι η ώρα, και ’γώ βρέθηκα στο γνωστό ταβερνάκι, εκεί που έχει κάτι τραπεζάκια που χωράνε ίσα-ίσα δυο πιάτα και δυο ποτήρια. Είχα κατέβει για δυο μέρες, τάχα να ξεκουραστώ, κι η καρδιά μου ένα μάτσο νεύρα και σκέψεις, να μην αφήνει να χαρώ ούτε τη μυρωδιά απ’ το γιασεμί.

Εκεί, στο τελευταίο τραπέζι προς τη θάλασσα, καθότανε μονάχη μια κοπέλα, μαλλί λυτά, μάτια κάτι παραπάνω από πράσινα, ένα βλέμμα που αρχικά λες «οκ», αλλά μετά σε πιάνει, σε μαγκώνει. Πρώτη φορά την έβλεπα – κι αμέσως σκέφτηκα, αυτό ήταν, κάτι θα γίνει σήμερα, αλλιώς δεν εξηγείται.

Στην αρχή, φταίει το κρασί, λες, φταίει ο αέρας που γυρίζει απ’ το πέλαγο, όλα φταίνε βολικά για να θες να πεις μια κουβέντα παραπάνω. Κι εκείνη διαβάζει ένα βιβλίο, αλλά το κοιτάει χωρίς να το βλέπει. Πάω να της πω να κεράσω ένα ποτήρι κρασί – δεν ήθελα να γίνω ενοχλητικός, όμως βγήκε τόσο φυσικά. Γύρισε και με κοίταξε λοξά, ένα χαμόγελο τσιγκουνεμένο, αλλά άνοιξε να γίνει ολόκληρο φως. «Γιατί όχι;» μου λέει, έτσι μ’ εκείνη τη φωνή που δεν είναι σίγουρη αν θέλει να ανοίξεις κουβέντα ή να μείνεις με το ποτήρι στο χέρι.

Μιλήσαμε για το νησί, για ήχους το βράδυ, για σκοτεινά σοκάκια που γλιστράνε τα βήματα. Ήταν από αλλού – φίλη κάποιας που το καλοκαίρι δουλεύει εκεί, ήρθε τυχαία όπως κι εγώ, για να βρει λίγο κεφάλι καθαρό. Οι φωνές των θαμώνων χάνονταν, και τραβάγαμε τα καθίσματα όλο και πιο κοντά, χωρίς να το σκεφτούμε, σαν να μαζευόμασταν απ’ τα μπουζούκια του κόσμου όλου ν’ ακούσουμε τι ψιθύριζε το κύμα εκείνη την ώρα.

Και να σου πω, η λίγη σιωπή μεταξύ μας άξιζε πιο πολύ από τις κουβέντες. Καθόμασταν σαν να ξέραμε χρόνια ο ένας τον άλλον, και κάθε τόσο έβρισκα το βλέμμα της στα χείλη μου. Εκεί πήγα να σπάσω, να πω κάτι κουτό, αλλά κρατήθηκα.

Κάποια στιγμή, μου ζήτησε να την πάω ως το σπίτι όπου έμενε – κάτι ενοικιαζόμενα πίσω απ’ τα πεύκα. Περπατήσαμε σιγά, τα φώτα του χωριού πίσω μας να λιγοστεύουν, εκείνη ξυπόλητη σχεδόν, κρατώντας τα σανδάλια στο χέρι. Σ’ έναν μικρό λόφο, έκανε παύση. Έγειρε στο κάγκελο κι αγνάντεψε το μισό νησί κατωφέρειες και μαύρα βράχια. Ένιωθα τον ώμο της που με άγγιζε, όχι επίτηδες, αλλά τυχαία, κι εκεί ήταν που πήρα ανάσα, έβαλα το χέρι μου στον ώμο της στο τέλος, όχι σαν να διεκδικώ, αλλά να την πω συντροφιά σ’ εκείνο το βράδυ που έμοιαζε διάφανο.

Δεν με κοίταξε κατευθείαν, απλώς έγειρε το κεφάλι της λίγο προς τα εμένα. Τις ανάσες μας τις ακούγαμε, πρώτη φορά θυμάμαι να ‘μαι τόσο ήσυχος σ’ ερωτική στιγμή, όλα να μετράνε σε κλάσματα δεύτερα. Εκεί, σε εκείνο το στρογγυλό μικρό μπαλκονάκι, ανάμεσα σε μυρωδιές από αρμύρα και γιασεμί, πλησιάσαμε ο ένας τον άλλον. Τα χείλη μας αγγίχτηκαν χωρίς φασαρία, χωρίς προειδοποίηση, μα λες και έκαναν επανάληψη όλη τη μέρα μέσα μας πώς θα ταιριάξουν.

Τα κορμιά μας ήταν ντροπαλά στην αρχή, πιο πολύ περιέργεια, πιο πολύ φόβος μήπως χαλάσει η μαγεία. Όμως ο τρόπος που χάϊδευε τον λαιμό μου και τα δάχτυλα στους ώμους της, εκείνο το ήρεμο γέλιο που της ξέφυγε όταν της ψιθύρισα κάτι ακαταλαβίστικο, όλα ήταν σαν να δίναμε όρκο μυστικό, από κείνους που δεν χρειάζονται λόγια. Άργησε να μιλήσει κι εγώ σου λέω, δεν το ήθελα, να αφήσω ποτέ αυτή τη σιωπή να τελειώσει.

Περάσαμε ώρες έτσι, χωρίς πολλά – κι ό,τι ένιωσα, δεν μπορώ να το περιγράψω, λες και το καλοκαίρι τούτο με φώτισε για λίγο πόσο ωραίο είναι να μην έχεις βιασύνη με τον άλλον, να αφήνεις να σε βρει ο χρόνος μόνος του.

Όταν σηκώθηκα να φύγω, ήταν ήδη ξημέρωμα. Δεν μ’ άφηνε να φύγω μ’ ένα φιλί, ήθελε και μια αγκαλιά, γελαστή, να γυρίσει στο μαξιλάρι με το σώμα ακόμα ζεστό. Με κοιτούσε όση ώρα κατέβαινα τα σκαλοπάτια, και κράτησα εκείνη τη ματιά όλη μέρα, μέχρι να βραδιάσει ξανά.

Δεν ξέρω τι να σου πω, αν είναι έρωτας, αν ήτανε απλώς μια έντονη νύχτα, αν θα ξαναγίνει, αν θα την ξαναδώ. Εκείνο που θυμάμαι όμως, είναι πόσο αληθινό φάνηκε το φιλί εκείνο, πόσο αναγκαία ήταν αυτή η σιωπή στα χέρια της και πόσο λίγο, τελικά, χρειάζεται ο άνθρωπος για να αισθανθεί ολοκληρωτικά παρών στην ίδια του τη ζωή.

Αυτά έζησα. Και τα λέω τώρα, όπως ακριβώς τα ένιωσα.

Αυτή την ιστορία μας την έστειλε ο Μανώλης.

You might also like