Ερωτικές Ιστορίες – Μια απρόσμενη φθινοπωρινή νύχτα στα Πετράλωνα
Δεν ήμουν ποτέ απ’ τους τύπους που θα πιάσουν γκόμενα σ’ ένα μπαρ, ούτε ήμουνα από τους… θεωρητικά “επιδέξιους”. Ξέρεις, δεν το ‘χω με το φλερτ, δεν μου βγαίνουν λέξεις, κομπλάρω, ιδρώνουν τα χέρια μου κι αρχίζω να τραυλίζω και να χαζεύω το πάτωμα. Τέλος πάντων, ήτανε ένα βράδυ αρχές φθινοπώρου, εκεί στα τέλη του Οκτώβρη, που κάτι πήγε και γύρισε και ένιωσα πως γίνεται να αλλάξει για λίγο η τύχη σου.
Ήμουνα σε κείνο το παλιό, σκοτεινό μπαράκι στα Πετράλωνα – το θυμάσαι άμα συχνάζεις. Τα σκαμπό ξύλινα και χαραγμένα, τα ντεκάρ βαριά, μουσική χαμηλή, φλύαρες φωνές σπασμένες απ’ τα ποτά. Πήγα τυχαία, απ’ τις σπάνιες φορές που με τραβήξαν οι φίλοι έξω ενώ βαριόμουνα σα σκυλί. Λίγο η βαρεμάρα, λίγο το ότι δεν είχα κάνει τίποτα όλο το μήνα, είπα “ναι μωρέ, τι έχουμε να χάσουμε;” και πήγα.
Είχα κάτσει στη γωνία. Πάντα διαλέγω γωνία, να βλέπω χωρίς να φαίνομαι. Ήπια δύο τζιν για ν’ αρχίσω να χαλαρώνω. Τότε την είδα – ήσυχα, να μπαίνει σχεδόν δίχως να κάνει θόρυβο, μ’ ένα μαύρο λεπτό παλτό, τα μαλλιά της δεμένα πίσω μ’ ένα μαντήλι κόκκινο. Δεν ήταν από κείνες τις γυναίκες που κάνουν κεφάλια να γυρίσουνε. Το δικό μου όμως γύρισε. Έκατσε δίπλα μου, ούτε καν με κοίταξε στην αρχή.
Χάιδεψε απαλά το ποτήρι της, τράβηξε ένα τσιγάρο, κι άναψε μ’ ένα σπίρτο. Εγώ κοίταζα τα δάχτυλά της, λεπτά, νευρικά στην άκρη του φίλτρου. Ήθελα να της μιλήσω, αλλά κι ο Θεός κι η μάνα μου μαζί να μου δίνανε κουράγιο, πάλι δε θα το’ κανα. Αυτή, στο μεταξύ, κοίταγε έξω, κι όταν έσκασε το τραγούδι που έπαιζε – ένα παλιό, ροκ κομμάτι – χαμογέλασε μισά, σα να ‘ξερε κάτι δικό μου.
Δεν ξέρω πότε ακριβώς γύρισε σε μένα. “Έχει κόσμο απόψε, ε;” είπε. “Γεμάτο όπως πάντα εδώ μέσα”, της απαντάω, “αλλά όλο άγνωστοι”. Μου χαμογέλασε πάλι, περισσότερο με τα μάτια – εκείνη την ήσυχη ζεστασιά που δε σε γονατίζει, αλλά σε κάνει να θέλεις να μείνεις λίγο ακόμα. Μιλήσαμε στην αρχή για άσχετα. Καιρός, δουλειές, ο γάτος της που ‘κρυψε τα κλειδιά της, εγώ για κάτι χαζές ιστορίες απ’ τη δουλειά. Καμιά φορά σίγαζε η κουβέντα. Σιωπές, όχι αμήχανες. Σιωπές που γεμίζανε τ’ αυτιά μου μ’ αγωνία και λαχτάρα, σα ν’ άκουγα πρώτη φορά τους χτύπους της καρδιάς μου.
Πιάνουμε το τρίτο ποτό, και παρατηρώ πως όλο και πλησιάζει. Δεν είναι το κλασικό, το “έρχομαι προς τα σένα”, είναι κάτι πιο ύπουλο. Αγγίζει τα μπράτσα της, χαμηλώνει το κεφάλι, γελάει στα αστεία μου – κι ας μην είναι αστεία, στο Θεό το λέω.
Κάποια στιγμή, τα δάχτυλά της γλιστράνε πάνω από τα δικά μου. Μια κίνηση μικρή, βιαστική, σα να μη θέλει να το καταλάβω ή σα να δοκιμάζει τα νερά. Κι όμως, εγώ νομίζω μ’ άγγιξε ηλεκτρισμός εκείνη την ώρα. Ένιωσα μια ζεστασιά να με πλημμυρίζει, απ’ το χέρι ως ψηλά στα αυτιά.
“Πάμε να φύγουμε;” με ρώτησε ξαφνικά, κοιτώντας με αυτή τη ματιά που όποιος την έχει, ξέρει – ούτε να αντισταθείς δε γίνεται. Βγήκαμε κάτω απ’ τις λάμπες του δρόμου, το φθινοπωρινό ψιλόβροχο, τα βήματα στα πεζοδρόμια να χτυπάνε γρήγορα. Δεν πιάσαμε κουβέντα σχεδόν σ’ όλη τη διαδρομή, μόνο τη χούφτωσα λίγο στον αγκώνα και γλίστρησα το χέρι μου πάνω απ’ το παλτό της.
Μείναμε λίγο έξω στην είσοδο, κάτω απ’ την τέντα, η ανάσα της μύριζε τσιγάρο και άνθος λουλουδιού, δεν ήξερα ποιο. Βάλαμε τα μέτωπα τόσο κοντά που αναστέναξα χωρίς να το θέλω, και στην επόμενη αναπνοή βρεθήκανε και τα χείλη μας – μια στιγμούλα, μόνο, για δοκιμή. Αυτή χαμογέλασε πάλι, μισά, με κείνο το βλέμμα: “Έλα μέσα να δεις”.
Το σπίτι της ήταν μικρό, σκοτεινό, με βιβλία σε στοίβες παντού, φωτογραφίες παλιές, η μυρωδιά του καφέ και του ινδικού θυμιάματος. Κάθησε απέναντί μου, άναψε κεριά – “από συνήθεια” είπε, μα εγώ ήξερα πως ήτανε για τη στιγμή. Δε βιαστήκαμε – κανείς δεν έκαμε την πρώτη τρελή κίνηση. Το παίξαμε έτσι, στα βλέμματα, στα χαμόγελα, στα δάχτυλα που άγγιζαν και χάιδευαν χωρίς να τολμούν πολλά. Κι όλο κοινότοπα φιλοσοφούσαμε για τη ζωή και για τα λάθη μας – ρίχνοντας πού και πού βλέμματα ο ένας στον άλλο, με τη λαχτάρα ήδη στα στήθη και τα στόματα στεγνά.
Όταν τελικά ήρθε κοντά, ήρθε σα να ‘ταν φυσικό. Κάθησε στα γόνατά μου, το γέλιο της αναστέναζε στις λέξεις μου. Τα μάγουλά της καυτά – λες κι είχε πυρετό. Τα χέρια της δικά μου πια, χαϊδεύαν το λαιμό της, τους ώμους, μια φευγαλέα διαδρομή στα μαλλιά. Εκείνη τράβηξε το μαντήλι της, και χώθηκε ανάμεσα στο στήθος και το σαγόνι μου, αναπνέοντας σαν να είμαστε οι δυο μας μόνο στον κόσμο.
Δεν χρειάστηκε να μιληθούμε άλλο. Εκείνη τη στιγμή μιλούσαν όλα τ’ άλλα: ο τρόπος που κούμπωνε τα δάχτυλά της στα δικά μου, η παλάμη της στη μέση μου, που με κρατούσε σφιχτά. Άφησε τα πόδια της χαλαρά στα δικά μου, και έγειρε πίσω, γυρεύοντας το στόμα μου. Εγώ από πάντα τα θαύμαζα τα ωραία φιλιά – τα απλά, που κρατάνε ώρα. Τα φιλιά της ήταν ζεστά, σαν κάτι να είχε βάλει να καίει εσωτερικά, και κάθε φορά χαμήλωνε το βλέμμα σα να μέτραγε αν το αξίζω, αν την κρατώ σωστά, αν της το δίνω όλο μου.
Η νύχτα κύλησε σιγά – χωρίς βιασύνες και χωρίς εξεζητημένα κόλπα. Οι κινήσεις μας ήταν σα να βρίσκαμε ο ένας τον άλλο για πρώτη φορά αλλά και σα να γνωριζόμασταν χρόνια. Κάπου ανάμεσα στ’ αγγίγματα και τις μικρές σιωπές της, μια αίσθηση μου έμεινε: πως αυτή τη φορά κάτι είναι αλλιώς, πως αυτή η γυναίκα κουβαλούσε πάνω της κάτι από το παρελθόν μου, κάτι απ’ τα όνειρα που είχα ξεχάσει ότι είχα.
Το πρωί ξυπνήσαμε μαζί, το φως της μέρας περισσότερο να εκθέτει παρά να κρύβει. Η κοπέλα αυτή, χωρίς καλά-καλά να πούμε αντίο, μ’ ένα τελευταίο γέλιο και μια σπίθα στα μάτια, απλά με φίλησε στο μάγουλο. “Να ξανάρθεις” μου είπε, σαν υπόσχεση, σαν απειλή, δεν ξέρω. Βγήκα έξω, το φθινόπωρο ακόμα μύριζε βρεγμένο πεζοδρόμιο.
Αυτά έζησα. Και τα λέω τώρα, όπως ακριβώς τα ένιωσα.
Αυτή την ιστορία μας την έστειλε ο Νίκος.
