Ερωτικές Ιστορίες – Η νύχτα που με άλλαξε με τη Λένα στη Βικτώρια
Ξέρεις, δεν τα λέω εύκολα αυτά. Ειδικά όχι τέτοιες ιστορίες, που κάθονται πάνω σου, βαριές και ασήκωτες, μέχρι να βρεις άνθρωπο να τ’ ακούσει. Αλλά να σου πω… Έχουν περάσει χρόνια, και νιώθω πως, άμα δεν τα μοιραστώ κάπου, θα με φάνε από μέσα μου. Θα ξεκινήσω, λοιπόν, από το βράδυ εκείνο, που άλλαξε ό,τι ήξερα για τον έρωτα.
Ήταν Μάης, ήταν ζέστη κι είχε κάτι εκείνο το αεράκι, το νωχελικό, που λες και τα παράθυρα της πόλης είχαν μείνει ανοιχτά κι έμπαινε όλο το καλοκαίρι μέσα. Τότε δούλευα σ’ ένα μαγαζί στη Βικτώρια, βάρδιες βραδινές, και συνήθιζα μετά το κλείσιμο να κάθομαι σ’ ένα παγκάκι στο πάρκο εκεί κοντά, να χαζεύω τα φώτα και να αδειάζω το κεφάλι μου.
Εκείνη τη νύχτα, για κάποιο λόγο, ένιωθα παράξενα. Στριφογύριζαν όλα· μέρες, βάρδιες, οικονομικά, παράπονα και κενά. Λέω «δε μπορώ άλλο σπίτι απόψε», κι αποφασίζω να περπατήσω λίγο παραπάνω, μπας και το βάλει μπρος η καρδιά. Δίπλα μου βλέπω, ξαφνικά, να κάθεται μια γυναίκα, με κάτι στο βλέμμα της που δε βλέπεις κάθε μέρα, ούτε σ’ ακριβές διαφημίσεις ούτε στον δρόμο. Μαλλιά μαύρα, σπαστά, πεσμένα στους ώμους, τσιγάρο στα δάχτυλα και μάτια ζωηρά, γεμάτα εκείνη τη σιγουριά που παρασέρνει όποιον αντέξει να την κοιτάξει.
Έπιασα κουβέντα, έτσι, απλά. «Τσιγάρο έχεις;», ρώτησα. Δεν είχα. Εκείνη γέλασε – με κοίταξε στα μάτια, βαθιά, τόσο βαθειά που σκέφτηκα ότι βλέπει μέσα μου ό,τι δεν ήξερα ούτε εγώ ακόμα. Άπλωσε το πακέτο, μου έχωσε και τον αναπτήρα στο χέρι. «Πώς σε λένε;», ρώτησα πάλι. «Λένα», είπε, και το ‘πε χωρίς να ταράξει τη φωνή της, μα άφησε κάτι να αιωρείται.
Καθίσαμε εκεί, κι οι δύο, να μιλάμε για τα πάντα και για το τίποτα. Μου ‘πε για τη δουλειά της, τις μουσικές που ακούει, τα ταξίδια που ονειρεύεται. Σιγά-σιγά, μεταξύ αστείου και σοβαρού, άρχισε να μπαίνει αυτή η σιωπή, που κάνει τα πάντα να χτυπάνε πιο δυνατά. Μια σιωπή γεμάτη υπόσχεση, ας πούμε, γεμάτη ερωτηματικά και ματιές πεινασμένες, που ήθελαν να πούνε άλλα – όσα δε μπορούσε η κουβέντα. Έσκυψε προς το μέρος μου και το μπουφάν της άγγιξε το χέρι μου. Για μια στιγμή σταμάτησε να μιλάει. Εγώ ούτε ανάσα δεν έβγαλα.
Κατάλαβα τότε πως όλα γινόντουσαν επίτηδες, μα φυσικά, τόσο όσο να μη φανεί τίποτα βεβιασμένο. Αν έπιανα το χέρι της, αν τη φίλαγα εκεί, έτσι όπως μας βρήκε η νύχτα – ήταν σχεδόν δεδομένο αλλά κι εντελώς αβέβαιο την ίδια στιγμή. Ασυνείδητα, χαμήλωσα τη φωνή, λες και κάποιος μας παρακολουθούσε. «Κι άμα σου πω ότι δε θέλω να πάω σπίτι απόψε;», της είπα, ξαφνικά θαρρετά.
Με κοίταξε πάλι, αυτή τη φορά αλλιώς. Δεν απάντησε αμέσως. Με το ένα δάχτυλο έσβησε βιαστικά τη στάχτη, το ‘κανε ν’ αργεί – λες και περίμενε τη σωστή λέξη. «Τότε μην πας», μου ψιθύρισε, και αμέσως η καρδιά μου σκάλωσε, πού να ξέρω πού…..
Δεν θυμάμαι πώς μπλεχτήκαμε, ποιος σηκώθηκε όρθιος πρώτος, ποιος πήρε ποιον. Θυμάμαι μόνο ότι βρεθήκαμε, σχεδόν αθόρυβα, στο σπίτι της εκεί κοντά. Το διαμέρισμα παλιό, λιτό, παντού δίσκοι, βιβλία, ένα φως χλιαρό. Ένα γατί περνούσε δίπλα απ’ τα πόδια μας ήσυχο, σα να μας ήξερε χρόνια. Η Λένα έκλεισε αργά τη πόρτα, χωρίς πολλά-πολλά. Σαν να μην υπήρχε λόγος για κουβέντες, μόνο βλέμματα που ξεγύμνωναν τον κόσμο ολόκληρο.
Και τότε έγινε κάτι που δεν το περίμενα. Δεν έπεσε πάνω μου, όπως οι άνθρωποι στις ταινίες. Δεν με άρπαξε, δεν με τράβηξε πάνω της. Ήρθε κοντά, πολύ κοντά, κι έμεινε εκεί· ο χρόνος πάγωσε. Το χέρι της ακούμπησε απαλά το σβέρκο μου. Το βλέμμα της, φωτιά. Μία-μία οι ανάσες, μία-μία κι οι ανάσες οι δικές στη καρδιά που χτυπούσε. Μου μίλαγε ψιθυριστά, σχεδόν χωρίς ήχο· «Μη φοβάσαι, είμαστε μόνοι…». Έσβησε το φως, το άφησε να μπει λιγάκι μόνο απ’ το παράθυρο, απ’ την κίνηση των φώτων απέξω, και τότε όλα φάνηκαν σιγά: Όμορφα, αργά, σαν παλιά μελωδία που σου τριβελίζει το μυαλό.
Το πρώτο φιλί ήταν περισσότερο μοίρασμα παρά επίθεση. Ανάλαφρο, προσεκτικό, με γλώσσα που κρατιέται, με σιγουριά πως, αν κρατήσεις λίγο ακόμα, όλα γίνονται πιο αληθινά. Το χέρι της στο λαιμό μου, το δικό μου στη μέση της. Ανατρίχιασε, το ένιωσα. Κι εγώ το ίδιο. Αγκαλιά, χωρίς να προχωράμε. Τα βλέμματα μεταξύ μας έλεγαν αυτά που δεν χρειαζόταν να πούμε φωναχτά. Η καρδιά χτυπούσε σαν ταμπούρλο – όχι από φόβο, μα από αυτήν την γλυκιά αγωνία, την αναμονή του πρώτου χαδιού.
Τα ρούχα μας έφευγαν αργά, το κάθε κομμάτι σαν υπόσχεση. Δεν έβλεπα πια τίποτα, μόνο ένιωθα: Τον παλμό στο στήθος της, το άρωμα των μαλλιών της, τη ζέστη του δέρματός της, κι αυτή τη βιασύνη να μην βιαστούμε. Κάθε φιλί, κάθε χάδι, ήτανε σαν καινούργια αρχή, σαν να γνωριζόμασταν εκείνη τη στιγμή – έτσι έντονα, έτσι αληθινά. Τίποτα παραπάνω, τίποτα λιγότερο. Δεν χρειαζόταν άλλη ένταση, μόνο να παρασυρθούμε, ήσυχα, ο ένας στο ρυθμό του άλλου.
Ξημέρωνε πια. Στα παράθυρα έμπαινε λίγο φως, και το φθινόπωρο αυτό το πρώτο πουλί άρχισε να κελαηδάει. Η Λένα πλάι μου, τώρα με τα μάτια μισόκλειστα, χαμένους τους φόβους, τα ερωτηματικά, όλα. Μόνο ένα χαμόγελο πονηρό – χαμηλό, αλλά σίγουρο. «Δεν θέλω να φύγεις ακόμα», μου είπε, και μ’ έσφιξε λίγο παραπάνω. Έμεινα εκεί, να μυρίζω τα μαλλιά της, να ακούω τη φωνή της να ταξιδεύει μέσα στον ύπνο, κι ένιωσα, για πρώτη φορά μετά από καιρό, ελαφρύς.
Δε μπορώ να περιγράψω παραπάνω λεπτομέρειες. Νομίζω, όποιος το έχει ζήσει, με καταλαβαίνει. Το πρωί φύγαμε μαζί για καφέ, και δε με ένοιαζε τίποτα. Ούτε το ρολόι, ούτε το μαγαζί, ούτε τα προβλήματα. Μόνο εκείνη, ο τρόπος που άγγιζε κάθε στιγμή, η αλήθεια που είχαμε ανάγκη και οι δυο. Ίσως και να μην ξανασυναντηθούμε μ’ αυτό τον τρόπο. Ίσως να μην μπορέσει ποτέ να συμβεί το ίδιο ξανά – δεν ξέρω. Εκείνο όμως το βράδυ και εκείνο το ξημέρωμα, έχω να το θυμάμαι ως κάτι που με άλλαξε. Έγινα άλλος άνθρωπος εκείνη τη νύχτα. Κι αυτό είναι αρκετό.
Αυτά έζησα. Και τα λέω τώρα, όπως ακριβώς τα ένιωσα.
Αυτή την ιστορία μας την έστειλε ο Μάριος.
