Η γνώση του διαδικτύου στα μάτια σου!

Ερωτικές Ιστορίες – Η νύχτα που άλλαξε τα πάντα με τον Μάνο

Θυμάμαι ακόμα τη νύχτα που όλα τα άλλαξαν. Δεν ξέρω αν ήταν το φεγγάρι που έπαιζε με τις σκιές στους τοίχους της αυλής ή απλά η ένταση που κούβαλα μέρες μέσα μου, αλλά κάπως μου καρφώθηκε ότι απόψε κάτι θα άλλαζε, κι ας μην το ’χα κανονίσει.

Ήμουνα στο στέκι μας εκεί στη γειτονιά, ένα μικρό μπαράκι ίσα που να πιούμε ένα δυο ποτά και να λέμε χαζομάρες μετά τη δουλειά. Στην αρχή τον είδα σαν όλους τους άλλους: ένα ακόμα γνώριμο πρόσωπο, από τα πολλά που κυκλοφορούσαν σαν φιλικά φαντάσματα στη γειτονιά. Τουλάχιστον, έτσι νόμιζα. Τον λένε Μάνο, με δυο μάτια που μισογελούσαν ακόμα και όταν δεν γελούσε το στόμα του, και μια φωνή ήσυχη, από εκείνες που μπορείς να κάτσεις να τις ακούς όσο θες, να μην βαρεθείς.

Εκείνο το βράδυ, είχε πιάσει κουβέντα με τον Κώστα, κι εγώ καθόμουν λίγο πιο πέρα. Του ξέφυγε το βλέμμα του πάνω μου, αλλά δεν το μάζεψε γρήγορα, δεν ντράπηκε ούτε τάχα ότι δεν με είδε. Αντίθετα, ακούμπησε για μια στιγμή το ποτήρι του και ακούμπησε και το βλέμμα του πάνω μου, όπως κάνεις με κάτι που ξέρεις ότι θα σε ζεστάνει για τα καλά. Δεν είπα τίποτα, δεν χαμογέλασα καν, αλλά μέσα μου άναψε κάτι αμέσως.

Από μια στιγμή κι ύστερα, άρχισε να γελάει στις κουβέντες μας και να με κοιτάζει κάθε φορά που έπαιρνε ανάσα, σχεδόν σαν να μετράει αν χαμογελάω μαζί του. Ήπιαμε δυο ποτήρια ακόμα και δεν ξέρω πώς ήρθε και βρεθήκαμε να είμαστε πιο κοντά απ’ ότι πριν, σχεδόν να πιάνονται οι αγκώνες μας κάτω από το τραπέζι. Μύριζε κάτι λουλουδάτο – δεν ξέρω, ίσως το σαπούνι του, ίσως το απορρυπαντικό – αλλά το θυμάμαι, γιατί κάθε που κινούταν, ήθελα να γείρω πιο κοντά, λες και στο επόμενο δευτερόλεπτο θα με τραβήξει κι εμένα μέσα στη φροντίδα αυτή που κουβαλούσε μαζί του.

Σιγά σιγά έμεινε η παρέα μας μόνοι, οι άλλοι φυλλοροούσαν ένας-ένας. Εμείς καθόμασταν ολοένα πιο σιωπηλοί. Τα βλέμματα μιλούσαν. Πήρα μια ανάσα, ήθελα να πω κάτι, τουλάχιστον να σπάσω εκείνο το τρελό πείραγμα που μας ενοχλούσε στα πλευρά. Και τότε, σαν να διάβαζε τo μυαλό μου, είδα το χέρι του να έρχεται προς τα δικά μου, αργά, ήσυχα, πριν το καταλάβω, ζεστάθηκε η παλάμη του στην δικιά μου, μέσα σε δυο δευτερόλεπτα. Πίσω από το μπαρ ο άλλος έπλενε ποτήρια, η μουσική – είχαν βάλει κάποιο παλιό λαϊκό κομμάτι – γινόταν σαν χαλί, κι η στιγμή ακινητοποιήθηκε. Θυμάμαι πώς με κοιτούσε, ήσυχα, χωρίς να βιάζεται, λες και μου έδινε το δικαίωμα να σηκωθώ και να φύγω αν δεν ήθελα. Αλλά ήξερα ότι αν το έκανα, θα το μετάνιωνα καιρό.

Δεν μιλήσαμε πολύ, μόνο ότι “να πάμε λίγο πιο πέρα, να πάρουμε αέρα”, έτσι πρότεινε και συμφώνησα μ’ ένα νεύμα. Βγηκαμε έξω, στη μικρή πλατεία, νύχτα, οι δρόμοι άδειοι, τα φώτα χλιαρά και ησυχία παντού, μόνο ένας κάδος μετακίνησε λίγο την ησυχία. Καθίσαμε σ’ ένα παγκάκι, κι αυτός πλησίασε δίπλα μου, όχι επιθετικά, σα να ζητάει άδεια πρώτα. Το πρόσωπό του ήταν τόσο κοντά που άρχισα να νιώθω την ανάσα του, και η καρδιά μου πήγε να σπάσει στα δευτερόλεπτα που μας χώριζαν από το να μιλήσει κανείς.

“Σ’ αρέσω;” μου είπε, σχεδόν ψιθυριστά, κι εγώ αντί να απαντήσω, άπλωσα το χέρι μου στο σβέρκο του και τον τράβηξα κοντά, τόλμησα όσο δεν τόλμησα χρόνια πριν. Φιληθήκαμε, αργά στην αρχή, δοκιμαστικά, κι ύστερα πιο σίγουρα. Δεν υπήρχε χρόνος πια, μόνο αφή, ανατριχίλα στις τρίχες του λαιμού μου, αγρύπνια στο στέρνο του.

Όσο περνούσε η ώρα, τα βλέμματα, τα χέρια, τα μισόλογα έπλεκαν μια μυστική συμφωνία ανάμεσά μας. Δεν μπορούσα να ξεκολλήσω, ούτε εκείνος, ήμασταν κολλημένοι σ’ εκείνο το παγκάκι σαν χαμένοι, σαν να υπήρχε μόνο αυτό το βράδυ και κανένας κόσμος πριν ή μετά. Τα χέρια του ήταν βιαστικά κι ήρεμα μαζί, κι εγώ άνοιγα ένα-ένα τα δάχτυλά μου, να του πιάσω ό,τι μπορούσα. Είχε μια φλόγα πίσω απ’ τα μάτια του, κάτι που δεν προσποιείσαι, είναι αλήθεια, και σου κλείνει μπροστά της κάθε άλλη σκέψη.

Να σου πω και το άλλο; Δεν χρειάστηκε να το πάμε παραπάνω εκείνο το βράδυ. Ίσα που μας έφτανε να χανόμαστε στα βλέμματα και τα φιλιά, να μείνουμε με την υπόσχεση που διάβαζε ο ένας στο στόμα του άλλου. Ούτε κατάλαβα πότε περάσανε δύο ώρες. Εγώ ξύπνησα άλλη το επόμενο πρωί – λες και μου άλλαζαν το δέρμα, λες και όλα μύριζαν το ίδιο σαπούνι με τα ρούχα του. Είχα αυτό το χαζό χαμόγελο όλη τη μέρα, κι όσο και να ήξερα πως αυτά δεν κρατάνε πάντα, μπήκε μέσα μου μια φωτίτσα που δεν έσβησε γρήγορα. Κάθε φορά που συναντιόμασταν, αρκούσε ένα βλέμμα – τίποτα άλλο.

Δεν ξέρω που πήγαν όλα αυτά μετά. Μπορεί να σβήστηκε, μπορεί να άργησε να γίνει κάτι παραπάνω, να χαθηκαμε λίγο αργότερα στις καθημερινότητες. Αλλά εκείνη η πρώτη νύχτα, τα σιωπηλά αγγίγματα, το χνώτο που μπερδευόταν στην ανάσα μου και ο κόσμος που χάλαγε γύρω μας όσο ήμασταν κοντά, αυτά δεν τα ξεχνάω. Κάθε φορά που περνάω το ίδιο παγκάκι, νιώθω ακόμα τη ζέστη απ’ το χέρι του, σαν να υπάρχει κάπου εκεί κοντά μου.

Αυτά έζησα. Και τα λέω τώρα, όπως ακριβώς τα ένιωσα.
Αυτή την ιστορία μας την έστειλε η Ελένη.

You might also like