Ερωτικές Ιστορίες – Η ανεκπλήρωτη έλξη του Μανώλη και της Ειρήνης στην Καισαριανή
Ξέρεις, δεν είμαι κανένας ποιητής, ούτε τα λέω καλά με τα λόγια γενικά, αλλά θα προσπαθήσω να στα πω όπως τα έζησα, με το χέρι στην καρδιά. Ήμουν τριανταοκτώ χρονών τότε, μόλις που είχα κλείσει τα τριάντα οχτώ και ήμουνα σε μια περίοδο κάπως περίεργη, να το πω κι έτσι. Είχε περάσει το καλοκαίρι, θυμάμαι ακόμα εκείνη την περίεργη ζέστη του Οκτώβρη, το φθινόπωρο φαινόταν σαν να μην ήθελε να έρθει κουβέντα.
Δούλευα τότε, όπως κι όλη μου τη ζωή, σε ένα μαγαζί με υδραυλικά στην Καισαριανή – με τους πελάτες, τα αστεία, το άγχος, τα γνωστά τα καθημερινά – και είχα μάθει να τα κρατάω όλα μέσα μου. Ε, εκείνη τη μέρα σκάει μύτη η Ειρήνη στο μαγαζί, μια κοπέλα που είχα δεί δυο–τρεις φορές στον δρόμο, στη γειτονιά. Ξανθά μαλλιά, μούτρα χαμογελαστά, κάτι στο βλέμμα της λίγο πειραχτήρι· από αυτά τα βλέμματα που νομίζεις ότι σε διαπερνάνε, όχι από πάνω, αλλά από μέσα.
Με υπερβολικό ενδιαφέρον ρωτάει για μπαταρίες μπάνιου – και καλά χρειάζεται καινούργια, αλλά με εκείνο το χαμόγελο το πλατύ που κάνει τα μάγουλά της σαν μικρά ροδάκινα. Της δείχνω τις μπαταρίες, της κάνω εκεί καναδυό αστεία, μου απαντάει με το ίδιο γέλιο, γύρω στο γέλιο κάτι ακουμπάει το χέρι της φευγαλέα στο δικό μου πάνω στον πάγκο. Τι να σου πω, μια σπίθα πέρασε που δεν ξέρεις πού θα κάτσει, αλλά την ένιωσα, σαν ηλεκτρικό ρεύμα που διαπερνάει.
«Να περάσω απόγευμα να τις διαλέξουμε μαζί καλύτερα; Είσαι εδώ;», μου λέει. Το σκέφτηκα ένα δευτερόλεπτο, αλλά πριν προλάβω να απαντήσω, είχε ήδη χαμογελάσει πλατειά και μου είχε χτυπήσει φιλικά την πλάτη. «Θα περάσω εγώ, μην ανησυχείς.» Και όντως, κατά τις έξι την βλέπω πάλι να μπαίνει, χωρίς βιασύνες τώρα, βγαλμένη από κάποιο γαλήνιο απογευματινό όνειρο. Ήμουνα μόνος στο μαγαζί, πίστευα θα πει κανά γεια – μα κάθε άλλο.
Κάτσαμε, τάχα να δει καταλόγους. Δεν κοιτάξαμε ούτε έναν, εδώ που τα λέμε. Μιλάγαμε για διάφορα, για τη γειτονιά, για μουσικές, γέλαγε με τα χοντροκομμένα αστεία μου δίχως να προσποιείται, μετά σοβάρευε ξαφνικά σκυμμένη πάνω από τον πάγκο, τα δάχτυλά της έπαιζαν με ένα στυλό, είχα πιάσει τον εαυτό μου να παρατηρώ κάθε κίνησή της λες και ήμουν πιτσιρικάς καινούριος στις γυναίκες. Είχε αυτό το φως και το σκοτάδι μαζί, δεν ξέρω πώς να το εξηγήσω. Ένα πράγμα, να θες να τη διαβάσεις ολόκληρη, να μη χορταίνεις τις εικόνες.
Με το ένα με το άλλο, βρέθηκε πιο κοντά μου απ’ όσο κατάλαβα. Μην ρωτάς πώς – έγινε. Τα γέλια κόπηκαν στη μέση, γιατί ησυχία έπεσε ανάμεσά μας, από ’κεινες τις γεμάτες σιωπές που ακούγεται η ανάσα, το παράθυρο που χτυπάει κάπου μακριά, οτιδήποτε. Μια σταγόνα ιδρώτα ένιωσα να κυλάει στη ράχη μου, ενώ εκείνη ήτανε ακόμα μες στη δροσιά και το φως, ακούμπησε το χέρι της πάνω στο δικό μου – αυτή τη φορά επίτηδες.
Δεν είπα τίποτα. Ό,τι ήταν να πεις, το λέει το βλέμμα. Ό,τι θέλαμε να κρύψουμε, το φανέρωσε ένας μορφασμός της – και πριν το σκεφτώ καν, πλησίασα τόσο όσο χρειαζόταν για να ακουμπήσουν τα μέτωπά μας, όχι τα χείλη. Δεν ξέρω αν έτρεμε η φωνή μου ή η καρδιά μου, αλλά ψιθύρισα – σχεδόν δεν το άκουσα εγώ: «Τι παίζουμε εδώ, Ειρήνη;»
Τα μάτια της κοίταζαν τα δικά μου με εκείνη την τρέλα της ώρας, και το «τίποτα» που μου είπε το κατάλαβα για «όλα». Μια στιγμή χωρίς κανένα λόγο, μπήκαμε μέσα στα σωθικά της έντασης που μαζεύαμε όση ώρα μιλούσαμε, και με το “τίποτα” της πιάσανε τα χέρια μας, σμιχτά, χωρίς μιλιά. Με τράβηξε κοντά της και απλά έμεινε εκεί, να ανασαίνουμε μισή ανάσα μακριά, να νιώθει ο ένας το χτύπο του άλλου.
Το φως έμπαινε χαμηλά απ’ τη τζαμαρία, κόκκινο, οι σκιές μας πλεκόντουσαν στον τοίχο. Τα δάχτυλά της χάιδευαν το σβέρκο μου, τα δικά μου πέρασαν γύρω απ’ τη μέση της, ήταν μια από εκείνες τις αγκαλιές που πιο πολύ ακουμπάς ψυχή παρά κορμί. Μείναμε έτσι. Δεν χρειαζόταν παραπάνω. Ανταλλάξαμε πιο πολλά με ένα βλέμμα και με το φόβο μην μας δει κανένας απ’ έξω, παρά με λόγια και πράξεις.
«Θα ξανάρθω, το ξέρεις;» Η Ειρήνη το πετάει με φωνή γελαστή, αλλά στα μάτια της διαβάζω τύψεις, λαχτάρα, ένα “δεν ξέρω αν πρέπει” – όλα μαζί. «Όποτε θέλεις», της λέω, κι όμως ξέρω πως με κόμπο το λέω, σαν να παρακαλάω.
Έφυγε νωρίς, χωρίς να μου αφήσει τηλέφωνο – αυτό ήταν το μόνο σίγουρο, δεν το ήθελε αλλιώς τότε. Μείναμε με μισά λόγια, μισές αγκαλιές, και το μαγαζί γεμάτο από τη μυρωδιά της για ώρες μετά. Κάθε μέρα που άκουγα το κουδούνι της πόρτας να χτυπάει, σταματούσε η καρδιά μου για μισό δευτερόλεπτο. Ήθελα να μπει, ήθελα να μην μπει για να μην μπερδευτώ χειρότερα… Δεν ξέρω. Για λίγες μέρες έζησα σε αυτό το ενδιάμεσο, ούτε εκεί ούτε εδώ, μόνο με την ανάμνηση μιας έντασης που δεν έχει τελειώσει, που είναι σαν το παράθυρο που μένει λίγο ανοιχτό τη νύχτα, και περνάει δροσιά στα όνειρα.
Αυτά έζησα. Και τα λέω τώρα, όπως ακριβώς τα ένιωσα.
Αυτή την ιστορία μας την έστειλε ο Μανώλης.
