Ερωτικές Ιστορίες – Εκείνο το πρώτο φιλί με τη Λένα στην καλοκαιρινή Αθήνα
Δεν ξέρω αν είμαι ο κατάλληλος να τα πω αυτά ― ποτέ μου δε βγήκα μπροστά να λέω ιστορίες προσωπικές, αυτά τα δικά μας που υποτίθεται μένουν κρυφά. Αλλά εκείνο το βράδυ, δεν γίνεται να το κρατώ άλλο μέσα μου. Ήτανε καλοκαίρι, μέσα του Ιούλη, Αθήνα που έκανε να βράζει ο τόπος, οπότε, που λένε, λιώνουν και τα κορμιά και τα όρια.
Είχαμε μαζευτεί σπίτι μιας φίλης, παίζει να ήμασταν δέκα άτομα. Έκανε βεράντα με θέα πολυκατοικίες και κεραίες και αυτό το γλυκό φως της πόλης που πέφτει ακριβώς πριν ανέβει το βράδυ κανονικά. Πίναμε μπύρες, λέγαμε κουβέντες, έτρεχε το γέλιο, αλλά εγώ ―σαν να το κατάλαβα από νωρίς― δεν μ’ ένοιαζαν οι άλλοι εκείνη τη φορά. Είχε έρθει κι η Λένα.
Την έβλεπα που από μακριά κάπως άκουγε μόνο όσα ήθελε, και πάντα, κάπου με το βλέμμα με ψάχναμε ο ένας τον άλλον. Είχαμε κάτι ανάμεσά μας, δεν το ‘χαμε πει ποτέ καθαρά, αλλά δεν χρειαζόταν. Ήταν τρόπος που γύριζε τα φρύδια λίγο σαστισμένη όταν μιλούσα, το πώς γελούσε διαφορετικά στις ατάκες μου, το ότι έβρισκα αφορμές να καθόμαστε δίπλα.
Κάποια στιγμή, πετάγεται για τσιγάρα λέει. Κι όπως βγάζει απότομα την καρέκλα να σηκωθεί, γέρνει στον ώμο μου «Μαζί;» κι είναι μόνο ένα βλέμμα, τίποτα παραπάνω. Ντύθηκα λογικά ψύχραιμα και φύγαμε. Κατεβήκαμε τις σκάλες, ούτε μιλάγαμε πολύ, περπατήσαμε τον δρόμο κάτω απ’ τη ζέστη που δεν είχε πέσει ακόμα.
Στο περίπτερο, ψώνισε ένα πακέτο, μου έδωσε από τα ρέστα ένα τσιχλάκι χωρίς να το πει, με το μάτι απλώς, κι ήταν λες κι αγγίχτηκαν τα δάχτυλά μας περισσότερο από όσο έπρεπε. Το είδα στα ματιά της, το ένιωσα στο σφίξιμο στον λαιμό. Κάτι γυρνούσε μέσα μου χρόνια και άλλαζε φόρα.
Γυρίσαμε στη βεράντα, δεν μιλούσαμε καθόλου πια, ο ένας δίπλα στον άλλον, κόντρα στο ντεσιμπέλ και τον ήχο απ’ τους υπόλοιπους. Εκείνο το πρώτο άγγιγμα το έφερα μαζί μου. Έγειρε στον ώμο μου ξανά, τώρα πιο χαμηλόφωνα, μισοκλείνει τα βλέφαρα, εγώ τρελάθηκα να την κοιτάω χωρίς να είναι πολύ εμφανές. Μυρίζει σαν να έβγαινε από καλοκαιρινό βράδυ παραλία, όχι πόλης.
Κάποια στιγμή, τραβάει μια φίλη ένα αστείο και ξεσπάει το γέλιο κι από πάνω μας περνάει δίπλα της τάχα απρόσεκτα το χέρι μου στο γόνατο της. Εκεί ακριβώς, νιώθω να σταματάει ο αέρας. Κράτησε παραπάνω, δεν το έκανε πίσω. Αντίθετα, γύρισε το πρόσωπο κοντά τ’ αυτί μου κι ψιθύρισε, χωρίς νόημα, κάτι για το πόσο βαριέται το ίδιο τραγούδι. Έλα, λέω μέσα μου. Όποιος θέλει το ακούει, όποιος να καταλάβει, καταλαβαίνει.
Κάποιος τότε πετάει που λέει να κατέβουμε στην πλατεία για παγωτό. Λίγο-πολύ όλοι συναινούν, εμένα με νοιάζει μόνο πού είναι αυτή. Κοιτάει εμένα: «Έλα;». Δεν το αφήσαμε στιγμή, περπατήσαμε σχεδόν κολλητά, αυτή με το δάχτυλο άγγιζε το χέρι μου, να διατρέχει το περίγραμμά του χαμηλά, σχεδόν κρυφά.
Φτάνουμε, όλοι στο παγκάκι, παγωτό στα χέρια. Τα φώτα της πλατείας κάτι μου φέρνουν από τα παλιά, όταν ήμασταν έφηβοι και πηγαίναμε να φλερτάρουμε κρυφά, να πειραματιστούμε. Η Λένα, δίπλα μου πάντα, ακουμπάει ολόκληρη σχεδόν πάνω μου. Δεν μιλάμε πολύ, μέχρι που πέφτει η κουβέντα στο ποιος έχει το κουράγιο μέσα στο λιοπύρι να κάνει μεγάλα όνειρα, να ερωτευτεί κανονικά αληθινά.
Εκείνη τη στιγμή δεν ξέρω τι βρίσκει τόλμη ή φως, γέρνει, με κοιτάει στα μάτια τόσο κοντά που όσο και να θες να κρατήσεις τα προσχήματα δεν γίνεται. Φως στα ματιά της και ζέστη, και θέλω να πω ό,τι νιώθω αλλά ακόμα μένω ακίνητος. Την ίδια ακινησία είχε και εκείνη, λες και όλο το κορμί περίμενε ένα σινιάλο.
Εκεί, μπροστά σε τρεις φίλους πιο κάτω, σχεδόν ανύποπτα, τα χείλη μας βρήκαν τοίχο, σχεδόν αθόρυβα, σχεδόν δειλά, αλλά ήταν εκείνο το πρώτο φιλί που τρομάζει και φτιάχνει ταυτόχρονα τον κόσμο απ’ την αρχή. Σταματήσαμε βιαστικά, πήραμε αέρα, τα γέλια συνέχισαν, αλλά η βραδιά ήτανε πια αλλιώς.
Γυρίσαμε όλοι μαζί προς το σπίτι, οι άλλοι κουβεντιάζανε για κάτι άσχετο, εμείς αγκαλιαζόμασταν πλαγίως, πού και πού της χάιδευα τα δάχτυλα χωρίς να πω τίποτα. Τον δρόμο για πάνω τον κάναμε παρέα, αν και δε μιλούσαμε. Την ώρα που αποχαιρετιστήκαμε, οι άλλοι ανέβηκαν, εκείνη έμεινε στη σκάλα, με έσφιξε λίγο περισσότερο. Μια σιωπή που δεν έπρεπε να σπάσουμε. Κοιταχτήκαμε πολύ καλά και μ’ ένα βλέμμα είπαμε ότι νιώθαμε όλη τη νύχτα.
«Να μου στείλεις μήνυμα όταν φτάσεις,» μου ψιθύρισε, αλλά αυτό που ακούστηκε ήταν: θα περιμένω να έρθει το επόμενο.
Έκλεισε η πόρτα πίσω μας, αλλά εγώ απ’ το κεφάλι μου δεν έφυγε όλο το βράδυ. Στέλναμε μηνύματα μέχρι πρωί, και κανένας ύπνος δεν ήτανε πιο γλυκός από εκείνον τον πρώτο που σου υπόσχεται κάτι χωρίς να σ’ το έχει ακόμα δώσει αληθινά.
Αυτά έζησα. Και τα λέω τώρα, όπως ακριβώς τα ένιωσα.
Αυτή την ιστορία μας την έστειλε ο Κώστας.
